Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Δαίμονες του Ουρανού __ Το Παιχνίδι των Ράζλερ



Δαίμονες του Ουρανού __ Το
Παιχνίδι των Ράζλερ

ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ 6 ΤΟΜΟΙ!


Το Παιχνίδι των Ράζλερ είναι μια σειρά επικής φαντασίας, που διαδραματίζεται σε έναν φανταστικό αρχαίο κόσμο που ονομάζεται Κουαλανάρα. Δεν είναι εύκολο να πω μια γενική περίληψη με δυο λόγια, και, ακόμα κι αν το έκανα, αυτό δε θα σας έδινε να καταλάβετε και πολλά. Το Παιχνίδι των Ράζλερ δεν αφορά ένα μόνο συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε ένα μόνο συγκεκριμένο γεγονός· είναι από εκείνες τις ιστορίες που πρέπει να τις διαβάσεις προκειμένου να δεις τι πραγματικά λένε. Μπορείτε να πάτε στα βιβλία και να αρχίσετε κατευθείαν να διαβάζετε• ή μπορείτε, πρώτα, να ρίξετε μια ματιά στους χάρτες, στις λίστες χαρακτήρων, ή στις φυλές της Κουαλανάρα. Το Παιχνίδι των Ράζλερ είναι κάτι που έγραψα από το 2003 μέχρι το 2006, μετά από τη σειρά Άρμπεναρκ: Η Επιστροφή των Θεών. Πριν από το Παιχνίδι των Ράζλερ, είχα γράψει και ένα διήγημα με υπόβαθρο την Κουαλανάρα. Ονομάζεται Μαύρη Κατάρα, και μπορείτε να το βρείτε και στα διηγήματα του βασικού ιστοχώρου μου. Ελπίζω να βρείτε τα ταξίδια σας στον κόσμο της Κουαλανάρα τόσο συναρπαστικά όσο τα βρήκα εγώ γράφοντας τα βιβλία! 6.000 Σελίδες!

Η Σελίδα του Κ. Βουλαζέρη


ΕΔΩ

Κώστας Βουλαζέρης



(1)
(2)(3)(4)(5)(6)
Διαβάστε τους
 



(1)Κατεβάστε το σε .pdf



(2)σε .pdf



(3)σε .pdf



(4)σε .pdf



(5)σε .pdf



(6)σε .pdf

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΑΚ


ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΑΚ

Για πρώτη φορά στο Ελληνικό
Διαδίκτυο


Ο Σάμουελ Μπακ είναι ένας διακεκριμένος εβραίος ζωγράφος, επιζήσας του Ολοκαυτώματος. Γεννημένος στη Βίλνα, άρχισε να ζωγραφίζει από 5 χρονών, ενθαρρυμένος από τον θείο του Άρνο Νάντελ, ποιητή, ζωγράφο και μουσικό. Ωστόσο, ο πόλεμος τον σημάδεψε δραματικά, αφού γνώρισε από παιδί τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η τέχνη του Μπακ έχει τις ρίζες της στην αίσθηση της απώλειας που του προκάλεσε η εμπειρία του Ολοκαυτώματος. Όπως το θέτει: «Για μένα, είναι σημαντικό να πω την ιστορία εκείνης της εποχής στα παιδικά μου χρόνια όταν το κάθε τι αποσυντέθηκε – παρά τις διευθετήσεις για ασφάλεια και προστασία. Τίποτα δεν ήταν σταθερό πια, μόνο η γνώση ότι σε μια μέρα, ίσως σε δύο, θα μπορούσε να πάψουμε να υπάρχουμε». (ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ Νο1)
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr


ΣΑΜΟΥΕΛ
ΜΠΑΚ


 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Ανατέμνοντας τους αριθμούς για τον υπερπληθυσμό


Ανατέμνοντας τους αριθμούς για
τον υπερπληθυσμό

Για πρώτη φορά στο Ελληνικό
Διαδίκτυο


Κυκλοφόρησε ο τόμος 4 της Μαρξιστικής Σκέψης. Ο τόμος περιλαμβάνει δυο σημαντικά αφιερώματα, στην περιβαλλοντική κρίση και το γερμανό φιλόσοφο Χέγκελ. Με αφορμή τη διεξαγόμενη αρχές Δεκέμβρη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Ντάρμπαν, δίνεται μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης, των επιπτώσεων και των προοπτικών σχετικά με το κλίμα. Περιλαμβάνονται κείμενα των Ου. Τσάβες (ομιλία στην Κοπεγχάγη 2009), Ν. Μπάσεϊ (Ντάρμπαν), Λ. Φλέναντι (καπιταλισμός και περιβαλλοντική κρίση), Μ. Ζέρβα (Φουκουσίμα), Κόσμος Χωρίς Πολέμους & Βία (πυρηνική ενέργεια), Γ. Τόλιου (διατροφική κρίση), Δ. Αναστασιάδη (βιοποικιλότητα), Ι. Άνγκους & Σ. Μπάτλερ (υπερπληθυσμός), Κ. Σκορδούλη και Τζ. Μπ. Φόστερ (μαρξισμός και οικολογία), καθώς και μια σύνοψη των πορισμάτων της Αναφοράς της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του 2007.

Ίαν
Άνγκους και Σάιμον Μπάτλερ* (Μαρξιστική Σκέψη τόμος 4)


 

Μαρξιστική Σκέψη τόμος 4
Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 416, 13€
Δελτίο Τύπου

Η συμπλήρωση το Νοέμβριο 180 χρόνων από το θάνατο του Χέγκελ δίνει την αφορμή για μια αναφορά στη σκέψη του μεγάλου στοχαστή και την επίδρασή του στη γένεση του μαρξισμού. Ο αναγνώστης θα βρει δυο κλασικές μελέτες των Πλεχάνοφ και Λούκατς και κείμενα των Σ. Σέγιερς, Α. Μπλούντεν, Α. Φάνγκμαν και Χ. Κεφαλή.
Ξεχωριστή θέση στον τόμο κατέχει η συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα για την πολιτική κατάσταση και τις προοπτικές της Αριστεράς. Ακόμη, περιέχονται αναλύσεις για τα κινήματα, τις διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, ένα αφιέρωμα στους απολυμένους εκπαιδευτικούς του προγράμματος διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες ΟΔΥΣΣΕΑΣ, κ.ά., ενώ από αυτό το τεύχος καθιερώνεται ένα αναλυτικό Δελτίο Κοινωνικών Εξελίξεων με τη συνεργασία της «Επιτροπής Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ».
Τα περιεχόμενα του τόμου συμπληρώνουν μια ιστορική μελέτη του Τζ. Ρίντελ για την Κλάρα Τσέτκιν, δυο αναφορές στην τέχνη (Μάικλ Τζάκσον και Χαριτίνη Ξύδη) και βιβλιοκριτικές.
Σημειώνουμε τέλος ότι από τη νέα χρονιά η Μαρξιστική Σκέψη γίνεται 3μηνιαία, σε μια προσπάθεια καλύτερης και εγγύτερης επαφής με τις εξελίξεις και την επικαιρότητα.
Ανατέμνοντας τους αριθμούς για τον υπερπληθυσμό
Από το 1798, όταν ο Πάτερ Μάλθους υποστήριξε ότι ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο (2, 4, 8, 16...), ενώ η προσφορά τροφίμων αυξάνεται μόνο αριθμητικά (2, 3, 4, 5...), το επιχείρημα για τον υπερπληθυσμό έχει εξαρτηθεί από τους αριθμούς. Είναι σπάνιο να διαβάσει κανείς ένα άρθρο, φυλλάδιο ή ιστοσελίδα για τον υπερπληθυσμό που δεν περιλαμβάνει δηλώσεις όπως αυτές:
• Βέλτιστη Προσδοκία Πληθυσμού (ΒΠΠ): «Οι ανθρώπινοι αριθμοί εξακολουθούν να εκρήγνυνται. Ο αριθμός μας έφτασε τα 6,8 δις το 2009, και αναμένεται να αναρριχηθεί στα 9,2 δις το 2050 – αύξηση πάνω από το ένα τρίτο σε μόλις 40 χρόνια… Κάθε βδομάδα περίπου 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι προστίθενται στον πλανήτη –μια ευμεγέθης πόλη– με σχεδόν 10.000 να έρχονται κάθε ώρα… Σε ένα πλανήτη που κατοικούνταν από 2,5 δις ανθρώπους το 1950 –στη διάρκεια της ζωής πολλών που ζουν σήμερα– υπάρχουν τώρα περισσότεροι από το διπλάσιο αυτού του αριθμού»1.
• Η Φωνή του Παγκόσμιου Πληθυσμού: «Χρειάστηκε σχεδόν όλη η ανθρώπινη ιστορία για τους αριθμούς μας να φτάσουν στο 1 δις το 1800. Χρειάστηκε μόνο περίπου ένας αιώνας για να προστεθεί ένα δεύτερο δις το 1930. Προσθέσαμε το τρίτο δις μέσα σε μόλις 30 χρόνια και το τέταρτο σε 15 μόλις χρόνια. Βρισκόμαστε τώρα στα 6,7 δις με προβλέψεις για πάνω από 2 δις επιπλέον να έρχονται στα επόμενα 40 χρόνια. Το μέγεθος και η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού συνδέεται στενά με σχεδόν όλες τις μορφές της περιβαλλοντικής υποβάθμισης που βλέπουμε σήμερα»2.
• William Ν. Ryerson, πρόεδρος του Ινστιτούτου Πληθυσμού: «Ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται κατά περίπου 80 εκατομμύρια ανθρώπους ετήσια – το ισοδύναμο της προσθήκης μιας νέας Αιγύπτου κάθε χρόνο. Ο συνολικός πληθυσμός πλησιάζει τα 7 δις, επτά φορές αυτό που ήταν το 1800. Κάθε μέρα περίπου 156.000 άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά 381.000 γεννιούνται – μια καθαρή καθημερινή αύξηση 225.000 ανθρώπων»3.
• Διακομματική Κοινοβουλευτική Ομάδα για τον Πληθυσμό [Ηνωμένο Βασίλειο]: «Το 2005, ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 76 εκατομμύρια περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Η Ινδία έχει ένα εκατομμύριο περισσότερες γεννήσεις από θανάτους κάθε τρεις εβδομάδες. Ως το 2050, η Ουγκάντα προβλέπεται να αυξηθεί από 27 εκατομμύρια σε 130 εκατομμύρια· ο Νίγηρας από 14 σε 50 εκατομμύρια· το Ιράκ από 29 σε 64 εκατομμύρια· και το Αφγανιστάν από 31 σε 82 εκατομμύρια. Η Ασία θα προσθέσει 500 εκατομμύρια ανθρώπους σε μια μόνο δεκαετία από το 2005»4.
Τέτοιοι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί, αλλά οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν τίποτα, και είναι εντελώς δυνατό να εξαχθούν ανακριβή συμπεράσματα από ακριβή στατιστικά στοιχεία. Σε αυτό το μέρος εξετάζουμε τη συχνή κακή χρήση (εσκεμμένη ή όχι) των αριθμών και των στατιστικών στοιχείων από υπερασπιστές της «πάρα πολλοί άνθρωποι» εξήγησης της καταστροφής του περιβάλλοντος.

Συσχέτιση ενάντια σε αιτιότητα
Σε κάποιο σημείο σε κάθε εισαγωγικό μάθημα στατιστικής, ο δάσκαλος λέει στους μαθητές για μια ευρωπαϊκή πόλη, όπου οι αυξήσεις στον πληθυσμό των πελαργών συμβάδιζαν με την αύξηση του αριθμού των νέων μωρών. Το σημείο που γίνεται είναι ότι ο συσχετισμός δεν είναι αιτιώδης συνάφεια – οι πελαργοί δεν φέρνουν τα μωρά, οτιδήποτε και αν φαίνεται να υπονοούν οι αριθμοί.
Ο Stephen Jay Gould εξήγησε το θέμα με αυτό τον τρόπο:
«Η συντριπτική πλειοψηφία των συσχετίσεων στον κόσμο μας είναι, χωρίς αμφιβολία, μη αιτιακές. Οτιδήποτε έχει αυξηθεί σταθερά στη διάρκεια των τελευταίων ετών θα πρέπει να συνδέεται ισχυρά με την απόσταση μεταξύ Γης και κομήτη του Χάλεϊ (που έχει επίσης αυξηθεί πρόσφατα) – αλλά ακόμη και ο πιο αφοσιωμένος αστρολόγος δεν θα διακρίνει αιτιότητα στις περισσότερες από αυτές τις σχέσεις. Η άκυρη υπόθεση ότι η συσχέτιση συνεπάγεται αιτία είναι πιθανά μεταξύ των δύο ή τριών σοβαρότερων και κοινών λαθών της ανθρώπινης λογικής»5.
Δυστυχώς, η ζωτικής σημασίας διάκριση μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας σπάνια παρατηρείται σε επιχειρήματα που ισχυρίζονται ότι δείχνουν ότι η αύξηση του πληθυσμού ωθεί στην καταστροφή του περιβάλλοντος.
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται κατακόρυφα αφότου ξεκίνησε η βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 17ου αιώνα. Μετά από χιλιετίες όπου ο αριθμός των ανθρώπων μεγάλωνε πολύ αργά, οι αριθμοί μας επταπλασιάστηκαν σε διακόσια χρόνια, και η αύξηση δεν έχει σταματήσει. Για σχεδόν όλη την ανθρώπινη ιστορία υπήρχαν λιγότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι στη γη: το 2050 θα υπάρχουν πιθανότατα πάνω από εννέα δισεκατομμύρια.
Και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομική δραστηριότητα, η χρήση των πόρων και η ρύπανση όλων των μορφών έχουν επίσης αυξηθεί με πρωτοφανείς ρυθμούς. «Πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες απογειώθηκαν κάποια στιγμή στον 20ό αιώνα και έχουν επιταχυνθεί ισχυρά προς το τέλος του αιώνα. Τα τελευταία 50 χρόνια, χωρίς αμφιβολία, έχουν δει την ταχύτερη μετατροπή της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό κόσμο στην ιστορία της ανθρωπότητας»6.
Η συζήτησή μας με τους οπαδούς του υπερπληθυσμού δεν είναι για τους αριθμούς. Πρόκειται για το τι σημαίνουν οι αριθμοί. Ποια είναι τα αίτια της περιβαλλοντικής κρίσης, και τι μας λέει αυτό για τις λύσεις;
Οι οπαδοί του υπερπληθυσμού απομονώνουν έναν αριθμό –το μέγεθος του πληθυσμού ή την ανάπτυξη– και ισχυρίζονται ότι είναι η υποκείμενη αιτία για όλα τα υπόλοιπα. Ο πληθυσμός αυξήθηκε· η οικονομική δραστηριότητα επεκτάθηκε και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος αυξάνεται· έτσι ο πληθυσμός πρέπει να έχει προκαλέσει την επέκταση και την υποβάθμιση.
Αυτό δείχνει μόνο συσχέτιση, όχι αιτιώδη συνάφεια.
Μερικές φορές η συσχέτιση υποδεικνύει όντως αιτιώδη συνάφεια. Για παράδειγμα, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία και η ποσότητα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχουν αυξηθεί μαζί για δεκαετίες. Οι επιστήμονες γνωρίζουν ακριβώς πώς μια αύξηση του CO2 στην ατμόσφαιρα προκαλεί την άνοδο της θερμοκρασίας. Δεδομένου ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι ένα από τα πιο ευρέως αποδεκτά συμπεράσματα της σύγχρονης ατμοσφαιρικής επιστήμης, είναι εύλογο –όντως εντελώς λογικό– να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αύξηση του CO2 προκαλεί την υπερθέρμανση του πλανήτη.
Αλλά το γεγονός ότι οι παγκόσμιες εκπομπές και ο παγκόσμιος πληθυσμός έχουν αυξηθεί και τα δυο, δεν δείχνει, από μόνο του, ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί την αύξηση των εκπομπών. Η φαινόμενη σχέση θα μπορούσε να είναι μια σύμπτωση, ή και οι δύο τάσεις θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα μιας τρίτης αιτίας, ή η συσχέτιση θα μπορούσε να είναι μια ψευδαίσθηση, αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται οι αριθμοί.
Όπως έγραψε ο Καρλ Μαρξ πριν από 150 χρόνια, ο «πληθυσμός» είναι μια αφηρημένη έννοια, όχι ένα αληθινό πράγμα.
«Φαίνεται να είναι σωστό να αρχίσουμε με το πραγματικό και το συγκεκριμένο, με την πραγματική προϋπόθεση, δηλαδή, να ξεκινήσουμε, στα οικονομικά, π.χ. με τον πληθυσμό, που είναι το θεμέλιο και το υποκείμενο όλης της κοινωνικής πράξης της παραγωγής. Παρόλα αυτά, σε εγγύτερη εξέταση αυτό αποδεικνύεται ψευδές. Ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση αν αφήσω έξω, για παράδειγμα, τις τάξεις από τις οποίες αποτελείται»7.
Αυτό είναι μια βαθιά ενόραση, μια που οι ακτιβιστές που ενδιαφέρονται για την περίπλοκη σχέση μεταξύ της ανθρωπότητας και του κόσμου στον οποίο ζούμε πρέπει να κατανοήσουν. Ο «Πληθυσμός» είναι απλά ένας αριθμός, που μπορεί να κρύβει πολύ περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Οι στατιστικές του πληθυσμού είναι χρήσιμες μόνο αν κατανοήσουμε πώς αυτές καθορίζονται, τι περιλαμβάνουν και τι αφήνουν έξω, και ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα όριά τους για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό.
Για να διαπιστωθεί αν η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί την κλιματική αλλαγή, πρέπει να τεμαχίσουμε τους μεγάλους αριθμούς και να εξετάσουμε τις πραγματικές συνδέσεις και τις σχέσεις.

Πού ο πληθυσμός;
Για να αρχίσουμε να εξηγούμε τη σχέση μεταξύ του πληθυσμού και της κλιματικής αλλαγής, είναι χρήσιμο να δούμε τις διαφορές μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών χωρών.
Το 2009, ο Δρ David Satterthwaite του Διεθνούς Ινστιτούτου για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη έκανε ακριβώς αυτό – και τα ευρήματά του ανατίναξαν το μύθο ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την κλιματική αλλαγή8.
Η μελέτη του δείχνει ότι μεταξύ 1980 και 2005:
• Η Υποσαχάρεια Αφρική, είχε 18,5% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και μόλις 2,4% της αύξησης των εκπομπών CO2.
• Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν 3,4% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 12,6% από την αύξηση των εκπομπών CO2.
• Η Κίνα είχε 15,3% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 44,5% της αύξησης των εκπομπών CO2. Οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού στην Κίνα έχουν μειωθεί πολύ γρήγορα, ενώ οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν αυξηθεί.
• Τα χαμηλού εισοδήματος έθνη είχαν 52,1% της αύξησης του πληθυσμού του πλανήτη και 12,8% της αύξησης των εκπομπών CO2.
• Τα υψηλού εισοδήματος έθνη είχαν 7% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και 29% από την αύξηση των εκπομπών CO2.
• Τα περισσότερα από τα έθνη με τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης πληθυσμού είχαν χαμηλούς ρυθμούς αύξησης για τις εκπομπές CO2, ενώ πολλά από τα έθνη με τα χαμηλότερα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού είχαν υψηλούς ρυθμούς αύξησης για τις εκπομπές CO29.
Κοντολογίς, η αντιστοιχία μεταξύ της αύξησης των εκπομπών και της αύξησης του πληθυσμού, μια σύνδεση που φαίνεται προφανής, όταν εξετάζουμε μόνο τα συνολικά στοιχεία, καταλήγει να είναι μια ψευδαίσθηση, όταν εξετάζουμε τους αριθμούς ανά χώρα. Σχεδόν όλη η αύξηση του πληθυσμού συμβαίνει σε χώρες με χαμηλές εκπομπές ρύπων· σχεδόν όλες οι εκπομπές παράγονται σε χώρες με ελάχιστη ή καμία αύξηση του πληθυσμού. Αυτό οδηγεί σε τρία αναπόφευκτα συμπεράσματα.
1. Οι εκπομπές CO2 είναι ένα πρόβλημα των πλούσιων χωρών, όχι των φτωχών.
Οι δεκαεννέα χώρες του G20 παρήγαγαν περισσότερο από 22.500 εκατ. τόνους CO2 το 2006. Αυτό είναι 78% του παγκόσμιου συνόλου – σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερο από όλες τις άλλες χώρες μαζί. Είναι πάνω από 770 φορές περισσότερο CO2 εκείνου που παράγεται από τις 19 χώρες με τη χαμηλότερη εκπομπή. Οι κατά κεφαλή εκπομπές CO2 στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι 98 φορές μεγαλύτερες από τη Ζάμπια, 132 φορές μεγαλύτερες από τη Μαδαγασκάρη, 197 φορές μεγαλύτερες από τη Μοζαμβίκη, και 400 φορές μεγαλύτερες από το Μάλι ή την Μπουρκίνα Φάσο10.
Σημειώστε ότι οι αριθμοί αυτοί υποεκτιμούν σημαντικά την υπόθεση, επειδή μερικές μεγάλες πηγές εκπομπών συγκεντρωμένες σε πλούσιες χώρες, όπως η στρατιωτική δραστηριότητα και η διεθνής αεροπλοΐα, δεν περιλαμβάνονται στα επίσημα κοινοποιούμενα στοιχεία.
Έτσι, η ιδέα ότι η παροχή των μέσων για οικογενειακό προγραμματισμό σε όσους δεν έχουν πρόσβαση θα επιβραδύνει κάπως την υπερθέρμανση του πλανήτη δεν έχει νόημα. Με λίγες εξαιρέσεις, ο έλεγχος των γεννήσεων είναι από καιρό ευρέως διαθέσιμος στις χώρες που κάνουν τα περισσότερα για να καταστρέψουν το κλίμα της γης.
2. Δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ εκπομπών και πυκνότητας πληθυσμού.
Το υψηλής εκπομπής G20 περιλαμβάνει χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι οποίες κατοικούνται από μεγάλο αριθμό ατόμων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο – αλλά περιλαμβάνει επίσης χώρες με πολύ χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Ρωσία.
Ακριβώς το ίδιο ισχύει για τις χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές ρύπων, οι οποίες περιλαμβάνουν ορισμένες με μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού (Ρουάντα, Μπουρούντι) και ορισμένες με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (Νίγηρας, Τσαντ).
Έτσι είναι σαφώς δυνατό να έχουμε χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού με υψηλά επίπεδα εκπομπών, ή μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού με χαμηλά επίπεδα εκπομπών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το σύνολο σχεδόν των χωρών με χαμηλές εκπομπές έχουν πολύ λιγότερα άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η ΒΠΠ προωθεί τον έλεγχο των γεννήσεων στον τρίτο κόσμο ως μέσο για την επιβράδυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
3. Οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού δεν αντιστοιχούν με τις εκπομπές CO2.
Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση. Σε γενικές γραμμές, οι χώρες με τις υψηλότερες εκπομπές είναι εκείνες των οποίων ο πληθυσμός αυξάνεται πιο αργά ή ακόμα και μειώνεται, ενώ οι χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές έχουν τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού.
Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες χώρες του G20 το ποσοστό γεννήσεων είναι στο επίπεδο ή κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ως το τέλος αυτού του αιώνα ο πληθυσμός της Ιταλίας (μη υπολογίζοντας τη μετανάστευση) θα μειωθεί στο 86% του τωρινού, της Ισπανίας στο 85%, της Γερμανίας στο 83% και της Ελλάδας στο 74%11.
Μόνο τρεις χώρες του G20 (Σαουδική Αραβία, Νότια Αφρική και Ινδία) έχουν ποσοστά γονιμότητας που είναι σαφώς πάνω από το επίπεδο αντικατάστασης, και ακόμη και αυτές αυξάνονται πολύ πιο αργά από τις χώρες με τις χαμηλότερες εκπομπές.
Αν επρόκειτο να υιοθετήσουμε τη συνήθη στάση των θεωρητικών του πληθυσμού ότι η συσχέτιση ισούται με την αιτιότητα, θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι οι υψηλές εκπομπές προκαλούν χαμηλή αύξηση του πληθυσμού ή ότι η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού προκαλεί χαμηλές εκπομπές ρύπων. Φυσικά αυτό είναι παράλογο: τόσο τα επίπεδα εκπομπών όσο και η αύξηση του πληθυσμού διαμορφώνονται από άλλες κοινωνικές και οικονομικές αιτίες.
Αυτό δείχνει ότι υπάρχει κάτι σοβαρά λαθεμένο με το επιχείρημα ότι «περισσότεροι άνθρωποι ίσον περισσότερες εκπομπές» και κάτι ακόμα πιο λαθεμένο με την ιδέα ότι ο έλεγχος των γεννήσεων στις χώρες του τρίτου κόσμου θα επιβραδύνει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Όπως λέει ο περιβαλλοντικός συγγραφέας Fred Pearce στην Peoplequake:
Τα φτωχότερα τρία δισεκατομμύρια περίπου άτομα στον πλανήτη (κάπου 45% του συνόλου) είναι σήμερα υπεύθυνα μόνο για το 7% των εκπομπών, ενώ το πλουσιότερο 7% (περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι) είναι υπεύθυνο για το 50% των εκπομπών. Μια γυναίκα στην αγροτική Αιθιοπία μπορεί να έχει δέκα παιδιά και η οικογένειά της θα κάνει παρ’ όλα αυτά λιγότερη ζημιά και θα καταναλώνει λιγότερους πόρους, από τη μέση οικογένεια μιας μητέρας στη Μινεσότα, το Μάντσεστερ ή το Μόναχο. Στην απίθανη περίπτωση που τα δέκα παιδιά της ζήσουν ως την ενηλικίωση και όλα έχουν από δέκα δικά τους παιδιά, όλη η φουρνιά των πάνω από εκατό, θα εξακολουθεί να εκπέμπει μόνο περίπου τόσο CO2 κάθε χρόνο, όπως εσείς ή εγώ. Έτσι να προτείνουμε, όπως κάνουν ορισμένοι, ότι η πραγματική απειλή για τον πλανήτη προκύπτει από τα πάρα πολλά παιδιά στην Αιθιοπία, ή τους καλλιεργητές ρυζιού Μπαγκλαντεσιανούς στο Δέλτα του Γάγγη, ή τους Κουετσούα βοσκούς αλπακά στις Άνδεις, ή τους γελαδάρηδες αγρότες στην άκρη της Σαχάρας, ή τους Τσαϊβάλας στη Βομβάη, είναι εξίσου εξωφρενικό και επικίνδυνο12.

Προβλήματα με το κατά κεφαλήν
Η άλλη όψη της κατάχρησης των παγκόσμιων αριθμών από τους θεωρητικούς του πληθυσμού είναι η εξίσου συχνή κακή χρήση των κατά κεφαλή αριθμών για να «αποδείξουν» τις επιβλαβείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ατόμων. Όπως έχει δείξει ο οικολογικός κοινωνιολόγος Alan Schnaiberg, τα κατά κεφαλή στοιχεία καθιστούν εξαιρετικά εύκολο να εμφανιστεί οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα σαν ένα πρόβλημα πληθυσμού: απλά διαιρέστε το σύνολο του πληθυσμού με τον αριθμό συμβάντων του προβλήματος13. Είναι εύκολο να υπολογιστούν τα βίαια εγκλήματα κατά κεφαλή, οι καταιγίδες κατά κεφαλή, ή ακόμα και οι συναυλίες της Σελίν Ντιόν κατά κεφαλή – αλλά αυτή η απλή αριθμητική πράξη δεν θα σας πει αν η αλλαγή του αριθμού των ανθρώπων θα αλλάξει τον αριθμό των εγκλημάτων, των καταιγίδων, ή των συναυλιών.
Πρόσφατα, για παράδειγμα, η ΒΠΠ εξήγησε γιατί ευνοεί μια «βασισμένη στον πληθυσμό στρατηγική για το κλίμα»:
«Η πιο αποτελεσματική εθνική και παγκόσμια στρατηγική για την κλιματική αλλαγή είναι ο περιορισμός του μεγέθους του πληθυσμού... Ένα ανύπαρκτο πρόσωπο δεν έχει κανένα περιβαλλοντικό αποτύπωμα: η εξοικονόμηση εκπομπών είναι άμεση και συνολική. Με δεδομένα ένα 80-ετή χρόνο ζωής και ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές (2006) 9,3 τόνων CO2... κάθε “διαφυγών” Βρετανός –από κάθε προσθήκη στον πληθυσμό που δεν λαμβάνει χώρα– εξοικονομεί 744 τόνους CO2».
Η ενημέρωση συνεχίζεται για να ποσοτικοποιήσει τη συνολική οικονομία από την πρόληψη μίας γέννησης στις £ 30.000 – μια «9.000.000 %» απόδοση της επένδυσης 35 πενών για ένα προφυλακτικό14.
Αυτό θα μπορούσε να είναι μια ατυχής προσπάθεια για χιούμορ, αλλά το ΒΠΠ δημοσίευσε επίσης αυτό που υποστήριξε ότι είναι μια σοβαρή μελέτη η οποία «αποδεικνύει» ότι ο έλεγχος των γεννήσεων είναι ο πιο οικονομικά αποδοτικός τρόπος για τη μείωση των εκπομπών CO2. Η μελέτη προσφέρει μια πρόβλεψη για τον αριθμό των ανεπιθύμητων γεννήσεων που θα μπορούσε να εξαλειφθούν ως το 2050 αν ο σύγχρονος έλεγχος των γεννήσεων ήταν καθολικά διαθέσιμος – και στη συνέχεια πολλαπλασιάζει τον αριθμό των μη γεννημένων ανθρώπων με την τρέχουσα τιμή ανά κεφαλή εκπομπών στις χώρες όπου δεν θα γεννηθούν. Το αποτέλεσμα – 34 λιγότεροι γιγατόνοι CO2, με κόστος μόνο 7$ / τόνο15 (το ΒΠΠ έκανε αργότερα μια προσθήκη σε αυτή την έκθεση, λέγοντας: «Ο αριθμός των 7 δολαρίων ανά τόνο CO2 επένδυσης στον οικογενειακό προγραμματισμό είναι αναξιόπιστος, και δεν θα πρέπει να παρατίθεται». Παρότι «ο πραγματικός αριθμός σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει άγνωστος», το ΒΠΠ επαναβεβαίωσε την πεποίθησή του ότι η μείωση του πληθυσμού θα ήταν ο πιο οικονομικά αποδοτικός τρόπος για τη μείωση των εκπομπών).
Ο καναδός οικοσοσιαλιστής Jeff White εξήγησε τη λογική πλάνη πίσω από τέτοια επιχειρήματα στην ιστοσελίδα Climate and Capitalism.
«Ξεκινά με μαθηματικές ταχυδακτυλουργίες. Αναπαριστώντας τις συνολικές εκπομπές μιας χώρας ως απλά το άθροισμα όλων των κατά κεφαλή εκπομπών μπορεί κανείς να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι συνολικές εκπομπές είναι μια άμεση συνάρτηση του πληθυσμού. Η πλάνη έγκειται στο γεγονός ότι οι συνολικές εκπομπές πρέπει να είναι γνωστές πριν μπορέσετε να υπολογίσετε τις κατά κεφαλή εκπομπές. Το να παίρνετε πρώτα το σύνολο των εκπομπών και να διαιρείτε με το συνολικό πληθυσμό για να πάρετε έναν αριθμό ανά κάτοικο· για να πολλαπλασιάσετε μετά αυτό τον αριθμό με το σύνολο του πληθυσμού σημαίνει απλά να αντιστρέφετε τον υπολογισμό πίσω στον αρχικό αριθμό που ξεκινήσατε – τις συνολικές εθνικές εκπομπές! Είναι αυτές οι συνολικές εκπομπές που είναι τα πρωταρχικά δεδομένα· οι κατά κεφαλή αριθμοί εξάγονται από το συνολικό και όχι αντίστροφα. Οι κατά κεφαλή αριθμοί είναι στατιστικά ευρήματα που μας λένε το λόγο των συνολικών εκπομπών μιας χώρας με τον πληθυσμό της. Αλλά δεν μας λένε για τις ατομικές συνεισφορές στο σύνολο των εκπομπών της χώρας. Για παράδειγμα, αν σας πω ότι οι ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές του Καναδά είναι 23 τόνοι ισοδύναμου CO2, δεν σας λέω για ποιο μέρος των 23 τόνων ευθύνομαι προσωπικά εγώ, ως ένας μέσος Καναδός. Περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, το κατά κεφαλή μερίδιό «μου» των εκπομπών που προκαλούνται από την εξόρυξη άνθρακα στην Αλμπέρτα, την παραγωγή τσιμέντου στο Κεμπέκ, και τη βιομηχανική παραγωγή ζωικού κεφαλαίου στο Οντάριο – σε κανένα από τα οποία δεν έχω κανένα προσωπικό έλεγχο. Αν ο μισός πληθυσμός του Καναδά ξαφνικά εξαφανιζόταν, το κατά κεφαλή μερίδιό μου των εκπομπών, και εκείνο κάθε άλλου Καναδού, θα αυξανόταν δραματικά σε μια νύχτα, χωρίς να συμβεί καμία αλλαγή στα δικά μου –ή οποιουδήποτε άλλου– προσωπικά επίπεδα κατανάλωσης άνθρακα. Οι φετιχιστές του πληθυσμού θα υλοποιούσαν την πιο φλογερή επιθυμία τους (μια δραματική μείωση των επιπέδων του πληθυσμού), ενώ τα επίπεδα εκπομπών ανά κάτοικο θα πετούσαν στα ύψη! Τι θα μπορούσε να καταδείξει σαφέστερα ότι τα κατά κεφαλή στατιστικά στοιχεία δεν μας λένε τίποτα για τον “υπερπληθυσμό”;»16
Ο κυκλικός συλλογισμός που εξέθεσε ο White εμφανίζεται ξανά και ξανά σε έργα που υποστηρίζουν τον υπερπληθυσμό.
• Ο Lester Brown του Earth Policy Institute προβλέπει ότι αν ο παγκόσμιος πληθυσμός ως το 2050 συμπέσει με τη «χαμηλή» πρόβλεψη των Ηνωμένων Εθνών αντί για τη «μέση» πρόβλεψη, θα μειώσουμε τις ενεργειακές μας ανάγκες κατά ένα ισοδύναμο 2792 εκατ. τόνων πετρελαίου. Φτάνει σε αυτόν τον απίθανα ακριβή αριθμό πολλαπλασιάζοντας τη διαφορά μεταξύ των δύο προβολών πληθυσμού με τη χρήση ενέργειας ανά κάτοικο17.
• Ο Jeffrey Sachs, διευθυντής του Earth Institute, επεκτείνει το σφάλμα στο σύνολο της οικονομίας στο μπεστ σέλερ βιβλίο του Κοινός Πλούτος: «Το συνολικό μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το μέσο εισόδημα ανά άτομο επί τον αριθμό των ατόμων»18.
• Ο αμερικανός οπαδός του πληθυσμού Edward Hartman μας λέει: «Η κατά κεφαλή χρήση ενέργειας στην Αμερική, δηλαδή, ανά άτομο, ήταν σχετικά αμετάβλητη μεταξύ των ετών 1970 και 1990, αλλά η συνολική χρήση ενέργειας στην Αμερική αυξήθηκε κατά 24%... Με άλλα λόγια, η κατά κεφαλή διατήρηση της ενέργειας υπερκεράστηκε από έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων»19 [έμφαση στο πρωτότυπο].
Οι συγγραφείς αυτοί και πολλοί άλλοι φαίνεται να αγνοούν ότι τα συμπεράσματά τους είναι εξ ολοκλήρου ενσωματωμένα στις υποθέσεις τους. Χρησιμοποιούν κατά κεφαλή αριθμούς που προέρχονται από συνολικά ποσά, προκειμένου να υπολογίσουν το ίδιο συνολικό ποσό. Με τα λόγια του Schnaiberg, τέτοιοι υπολογισμοί «στερούνται ουσιαστικού νοήματος».

Η ψευδαίσθηση του ΑΠΕΤ
Η πιο συνηθισμένη κακή χρήση των δεικτών ανά κάτοικο σε όλη την οικολογία συνδέεται με το ΑΠΕT, ένα τύπο που οι Ehrlich και Holdren εισήγαγαν στη δεκαετία του 1970. Αναφέρει ότι ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος (Α) είναι το γινόμενο τριών παραγόντων:
Π: το μέγεθος του πληθυσμού
Ε: η ευμάρεια ή εισόδημα ανά άτομο ή επίπεδο κατανάλωσης, που συνήθως εκφράζεται σε δολάρια του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) ανά άτομο
T: η τεχνολογική ένταση ανά μονάδα οικονομικής δραστηριότητας, που συνήθως εκφράζεται ως κάποια μορφή εκροής (των εκπομπών CO2, για παράδειγμα) για κάθε δολάριο του ΑΕΠ
Έτσι ο Αντίκτυπος ισούται με τον Πληθυσμό επί την Ευμάρεια επί την Τεχνολογία.
Στα αγγλικά εκφραζόμενoς ως IPAT (Impact = Population x Affluence x Technology), αυτός ο τύπος είναι ένα βασικό στοιχείο της αποδεκτής σοφίας της επίσημης οικολογίας γενικά, και της πτέρυγάς της του υπερπληθυσμού ειδικότερα. Αργά ή γρήγορα, σε κάθε συζήτηση για τη σχέση μεταξύ πληθυσμού και περιβάλλοντος, κάποιος θα ισχυριστεί ότι ο τύπος ΑΠΕΤ αποδεικνύει ότι οι «πάρα πολλοί άνθρωποι» είναι η βασική αιτία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της απώλειας της βιοποικιλότητας, και ενός πλήθους άλλων προβλημάτων.
Το ΑΠΕΤ λέει ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ζουν στην πολυτέλεια, καταναλώνοντας αγαθά που δημιουργήθηκαν με υψηλής ρύπανσης τεχνολογία, θα προκαλέσει περισσότερη περιβαλλοντική ζημιά από ένα μικρό αριθμό ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας και καταναλώνουν προϊόντα δημιουργημένα με τεχνολογία χαμηλής ρύπανσης. Αναφέρεται συχνά ως απόδειξη ότι για τη μείωση των ανθρώπινων επιπτώσεων στο περιβάλλον, πρέπει να μειώσουμε τον αριθμό των ανθρώπων, να καταναλώνουμε λιγότερο, να χρησιμοποιούμε καθαρότερες τεχνολογίες – ή κάποιο συνδυασμό των τριών.
Αλλά το ΑΠΕΤ, όπως και πολλοί άλλοι υπολογισμοί που βασίζονται σε λόγους, είναι κυκλικό. Ο αυστραλός σοσιαλιστής Ben Courtice σχολιάζει:
«Είναι σχεδόν μαθηματικά χωρίς νόημα, δεδομένου ότι τα Ε και Τ περιγράφουν απλά μέσους όρους, ανά κάτοικο. Παρμένα μαζί, αθροίζουν το μέσο οικολογικό αποτύπωμα κάθε μονάδας του πληθυσμού (κάθε προσώπου, δηλαδή). Έτσι, ο συνολικός αντίκτυπος ισούται με το μέσο αντίκτυπο επί τον αριθμό των ατόμων. Τα μαθηματικά αυτού είναι τόσο βαθιά όσο το να πούμε ότι ένας αριθμός ισούται με το ήμισυ του εαυτού του επί δύο»20.
Στην πραγματικότητα, το ΑΠΕΤ δεν είναι καν μια φόρμουλα – είναι ό,τι αποκαλούν οι λογιστές μια ταυτότητα, μια έκφραση που αληθεύει πάντα εξ ορισμού. Οι Ehrlich και Holdren δεν απέδειξαν ότι ο αντίκτυπος ισούται με τον πληθυσμό επί την ευμάρεια επί την τεχνολογία – απλά τον όρισαν με αυτό τον τρόπο. Όχι παράδοξα, ο ορισμός τους βασίστηκε στην άποψη ότι η αύξηση του πληθυσμού είναι η απώτερη αιτία, ο καθολικός πολλαπλασιαστής, των άλλων προβλημάτων: «Αν η αύξηση του πληθυσμού προχωρά αμείωτη, τα οφέλη από τη βελτίωση της τεχνολογίας και τη σταθεροποιημένη κατά κεφαλή κατανάλωση θα διαγραφούν και η πρόληψη της καταστροφής θα να είναι αδύνατη»21.
Το ΑΠΕΤ αναφέρεται συχνά από προπαγανδιστές του υπερπληθυσμού, αλλά σπάνια χρησιμοποιείται από πραγματικούς επιστήμονες του πληθυσμού, ακόμη και εκείνους που κατά τα άλλα δέχονται τις πληθυσμιακές εξηγήσεις, γιατί δεν παράγει περιεκτικά αποτελέσματα.
Οι γεωγράφοι William B. Meyer και B. L. Turner επισημαίνουν ότι ενώ ο «πληθυσμός» είναι ένας σαφώς καθορισμένος όρος, «ούτε η “ευμάρεια”, ούτε η “τεχνολογία” συνδέονται με ένα σημαντικό σώμα της θεωρίας της κοινωνικής επιστήμης»22. Με άλλα λόγια, κανείς δεν ξέρει στην πραγματικότητα πώς να αποδώσει τιμές σε δύο από τους τέσσερις όρους του ΑΠΕΤ, ένα μοιραίο πρόβλημα για όποιον επιθυμεί να μετρήσει τα αποτελέσματά τους.
Οι κοινωνιολόγοι Thomas Dietz και Eugene Rosa σημειώνουν ότι, ενώ το ΑΠΕΤ έχει «δομήσει ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης για τις επιπτώσεις του πληθυσμού, της ευμάρειας και της τεχνολογίας στο περιβάλλον, και έχει σταθεί μια ευρέως αποδεκτή άποψη στην οικολογία… δεν παρέχει ένα επαρκές πλαίσιο για το διαχωρισμό των διαφόρων κινητήριων δυνάμεων των ανθρωπογενών περιβαλλοντικών αλλαγών». Ως αποτέλεσμα, έχουν γίνει λίγες προσπάθειες να ελεγχθούν οι παραδοχές του ΑΠΕΤ. «Ειδικότερα, οι κοινωνικοί επιστήμονες έχουν αγνοήσει γενικά το μοντέλο, ενώ οι βιολογικοί, οικολογικοί και άλλοι φυσικοί και περιβαλλοντικοί επιστήμονες, υποθέτοντας γενικά το μοντέλο να είναι αληθινό, δεν έχουν υποκινηθεί να το δοκιμάσουν με αυστηρότητα»23.
Ο Brian O’Neill, του οποίου η βασισμένη σε μοντέλα υπολογιστών μελέτη της αλλαγής του πληθυσμού εξετάζεται παρακάτω, αφιερώνει επτά σφιχτά επιχειρηματολογημένες σελίδες του βιβλίου του Πληθυσμός και Αλλαγή Κλίματος σε μια εξήγηση γιατί το ΑΠΕΤ δεν είναι χρήσιμο. Οι συζητήσεις με βάση τη φόρμουλα Ehrlich-Holdren, λέει, «έδωσαν τροφή για τη διαμάχη σχετικά με τη σχέση πληθυσμού-περιβάλλοντος, [αλλά] έχουν κάνει ελάχιστα για να βοηθήσουν στην επίλυσή της». Επιπλέον, «παρμένες μαζί, όλες οι δυσκολίες που συνδέονται με τις [βασιζόμενες στο ΑΠΕΤ] αποσυνθέσεις κάνουν τα αποτελέσματά του να έχουν μικρή αξία για την αξιολόγηση της σημασίας των πολιτικών πληθυσμού σε σχέση με άλλες πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου»24.
Μια από τις πιο ισχυρές κριτικές του ΑΠΕΤ είναι το Βγάζοντας τον Πληθυσμό από την Εξίσωση: αναδιατυπώνοντας το Α = ΠΕT, της Patricia Hynes, που επισημαίνει ότι το ΑΠΕΤ αντιμετωπίζει τα τρία στοιχεία Π, Ε, και T ως ισότιμους παράγοντες: η αύξηση ή μείωση οποιουδήποτε από αυτούς αλλάζει το περιβαλλοντικό αντίκτυπο κατ’ αναλογία. Αυτή η μαθηματική ισότητα αγνοεί την έλλειψη ισότητας στον πραγματικό κόσμο.
«Το μέρος του πληθυσμού με τη μεγαλύτερη έγνοια για έλεγχο της γονιμότητας –οι “φτωχότεροι των φτωχών”– είναι θεσμικά ανίσχυρες αλλά συλλογικά ανθεκτικές γυναίκες που έχουν μεγαλύτερο αριθμό παιδιών για σύνθετους λόγους που κυμαίνονται από την άμεση επιβίωση και την αναγκαιότητα ως την έλλειψη κατάλληλων υπηρεσιών αναπαραγωγικής υγείας, τον εξαναγκασμό από τον άρενα σύντροφο, την πατριαρχική θρησκεία, ή το κράτος. Το τεχνολογικό μέρος με έγνοια, οι υψηλά μολύνουσες βιομηχανικές διεργασίες που παρέχουν καταναλωτικά αγαθά για το πλουσιότερο πέμπτο της ανθρωπότητας, ανήκει σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους στα πιο ισχυρά, διαπλεκόμενα ιδρύματα, περιλαμβανομένων των πολυεθνικών πετρελαίου και των εταιρειών φυσικού αερίου, κυβερνήσεων και βιομηχανικών κολοσσών όπως οι κατασκευαστές αυτοκινήτων, χημικών και όπλων, των οποίων στόχος είναι η μεγιστοποίηση της οικονομικής ανάπτυξης και του κέρδους... Πόση ανακρίβεια και αδικία περικλείεται στο ΑΠΕΤ όταν μια ινδιάνα ιθαγενής ξεριζωμένη από την κρατική ιδιωτικοποίηση των δασών που χρησιμοποιούσε για την επιβίωση, ή μια άπορη Αφρικάνα εξαθλιωμένη από τη Δυτική “ανάπτυξη”, θεωρείται συγκρίσιμης επίπτωσης στο περιβάλλον με ένα εταιρικό ή κρατικό ή στρατιωτικό παράγοντα από το πλουσιότερο ένα πέμπτο του κόσμου; Μέσα σε αυτό το μοντέλο, το χάσμα στην ισότητα μεταξύ των απόλυτα φτωχών και των άμετρα πλούσιων είναι αόρατο και μη αναφορικό»25.
Η Hynes επισημαίνει επίσης ότι το ΑΠΕΤ βασίζεται σε μια «μοναδική άποψη των ανθρώπων ως παράσιτα και αρπακτικά ζώα στο φυσικό περιβάλλον» – υποθέτει ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα βλάπτει πάντα το φυσικό κόσμο. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος, χρησιμοποιώντας το ΑΠΕΤ, να ληφθούν υπόψη οι άνθρωποι που αφιερώνουν τον εαυτό τους στην «αποκατάσταση και αναπλήρωση του τοπικού τους περιβάλλοντος καθώς το χρησιμοποιούν, και το προφυλάσσουν από τα έργα επιβλαβούς ανάπτυξης»26.
Η συγγραφέας του Όρια στην Ανάπτυξη Donella Meadows, η οποία είχε υποστηρίξει για καιρό το ΑΠΕΤ, άκουσε τη Hynes να εκφέρει αυτές και άλλες επικρίσεις σε μια συνδιάσκεψη το 1995 και συμφώνησε μαζί τους.

Ο Μάλθους με έναν υπολογιστή
Μια άλλη προσέγγιση για την ποσοτικοποίηση του αντίκτυπου της αύξησης του πληθυσμού στο περιβάλλον περιλαμβάνει μοντέλα υπολογιστών. Ενώ ορισμένες από αυτές τις μελέτες είναι πολύ πιο σύνθετες από το ΑΠΕΤ, δεν αποδίδουν καλύτερα στο να αποδείξουν τη σύνδεση.
Ένα παράδειγμα είναι μια μελέτη που ανακοινώθηκε από το βασισμένο στη Βιέννη Διεθνές Ινστιτούτο Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων (ΔΙΑΕΣ) τον Οκτώβριο του 2010. Κρίνοντας από το δελτίο τύπου, η μελέτη αυτή δεν άφησε καμία αμφιβολία: «Η μελέτη έδειξε ότι μια επιβράδυνση της αύξησης του πληθυσμού θα μπορούσε να συμβάλει αισθητά στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου». Ακολουθώντας τη χαμηλότερη πιθανή πορεία αύξησης του πληθυσμού στο σενάριο των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε, από μόνη της, «να συνεισφέρει το 16 έως 29 % των μειώσεων εκπομπών που θεωρούνται αναγκαίες για να κρατηθούν οι παγκόσμιες θερμοκρασίες μακριά από το να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις»27.
Η μελέτη, που διενεργήθηκε από μια ομάδα με επικεφαλής τον Brian O’Neill, δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών28. Οι ομάδες υπέρ του πληθυσμού στις Ηνωμένες Πολιτείες γρήγορα πιάστηκαν από αυτήν· μέσα σε λίγες εβδομάδες, τρεις είχαν δημοσιεύσει περιλήψεις επικαλούμενες αυτή τη μελέτη σε υποστήριξη της άποψής τους29.
Αλλά υπάρχει λιγότερο εδώ από ό,τι κτυπά στο μάτι. Λίγο πιο κάτω στη σελίδα, το δελτίο λέει:
«Οι επιστήμονες γνωρίζουν από καιρό ότι οι αλλαγές στον πληθυσμό θα έχουν κάποια επίδραση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αλλά υπάρχει συζήτηση για το πόσο μεγάλη μπορεί να είναι αυτή η επίδραση. Οι ερευνητές προσπάθησαν να ποσοτικοποιήσουν το πώς οι δημογραφικές αλλαγές επηρεάζουν τις εκπομπές στην πάροδο του χρόνου, και σε ποιες περιοχές του κόσμου. Επίσης, προχώρησαν πέρα από τις αλλαγές στο μέγεθος του πληθυσμού για να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ γήρανσης, αστικοποίησης και εκπομπών».
Κοντολογίς, η ομάδα του O’Neill, δεν απέδειξε ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί αύξηση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Υπέθεσαν ότι το κάνει και στη συνέχεια προσπάθησαν να προσδιορίσουν με ποιο τρόπο διάφορες δημογραφικές αλλαγές ενδέχεται να επηρεάσουν τη διαδικασία.
Αυτό είναι μια σημαντική διάκριση. Κανένα μοντέλο σε υπολογιστές δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα σχετικά με τον πραγματικό κόσμο. Μπορεί μόνο να υποθέσει ότι ισχύουν κάποια γεγονότα και να δοκιμάσει τις επιπτώσεις τους στην πάροδο του χρόνου, κάτω από ένα δεδομένο σύνολο υποθέσεων. Για παράδειγμα, τα μοντέλα σε υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή δεν αποδεικνύουν ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου προκαλούν την ατμοσφαιρική θερμοκρασία να ανεβαίνει. Το γεγονός αυτό έχει αποδειχθεί από δεκαετίες επιστημονικής έρευνας και επιβεβαιώθηκε από θεωρητικές μελέτες που δείχνουν ακριβώς πώς λειτουργεί η διαδικασία θέρμανσης. Αυτό που δείχνουν τα μοντέλα υπολογιστών είναι οι συνέπειες αυτών των πληροφοριών σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, κοκ. Όπως επισημαίνει ο φημισμένος επιστήμονας του κλίματος James Hansen, «Τα μοντέλα, στην καλύτερη περίπτωση, παράγουν απαντήσεις συνεπείς με τις παραδοχές που τίθενται σε αυτά»30.
Υπήρξε μια σημαντική συζήτηση για το θέμα αυτό μετά τη δημοσίευση του Τα Όρια της Ανάπτυξης το 1972. Οι συγγραφείς αυτής της μελέτης-ορόσημο ισχυρίζονταν ότι το υπολογιστικό μοντέλο τους για την παγκόσμια οικονομία πρόβλεψε ότι, αν οι τότε τάσεις συνεχιστούν, «τα όρια της ανάπτυξης σε αυτόν τον πλανήτη θα φταστούν κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια», και ότι το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα ήταν «μια μάλλον απότομη και ανεξέλεγκτη μείωση τόσο του πληθυσμού όσο και της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας»31.
Το Τα Όρια της Ανάπτυξης ήταν ένα μπεστ σέλερ με τεράστιες πωλήσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι το διάβασαν, και τα συμπεράσματά του έγιναν μέρος της αποδεκτής σοφίας πολλών περιβαλλοντολόγων.
Πολύ λιγότερη προσοχή αποδόθηκε στο Σκεφτόμενοι για το Μέλλον, μια πολύ πιο στεγνή μελέτη που δημοσιεύθηκε δέκα μήνες αργότερα, όπου 13 ειδικοί σε διάφορους κλάδους από το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ ανέτεμναν προσεκτικά το Τα Όρια της Ανάπτυξης και το βρήκαν ελλιπές, το λιγότερο. Έδειξαν διεξοδικά ότι το μοντέλο του υπολογιστή είχε σοβαρά ελαττώματα και ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούσε για να κάνει προβλέψεις ήταν ανεπαρκή. Το κυριότερο, ισχυρίστηκαν ότι η χρήση ενός υπολογιστικού μοντέλου για την πρόβλεψη κοινωνικών τάσεων έδινε στη μελέτη μια πλαστή εμφάνιση αντικειμενικότητας, ενώ συγκάλυπτε πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προκαταλήψεις τις οποίες ακόμη και οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες μπορεί να μη γνώριζαν.
Στο εισαγωγικό δοκίμιο, «Ο Μάλθους με έναν υπολογιστή», ο οικονομολόγος Christopher Freeman έγραφε:
«Η φύση των υποθέσεών τους, δεν είναι ένα καθαρά τεχνικό πρόβλημα. Είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις πολιτικές προκαταλήψεις και τις έμμεσα ή άμεσα παρούσες αξίες σε οποιαδήποτε μελέτη των κοινωνικών συστημάτων. Η φαινομενικά αδέσμευτη ουδετερότητα ενός υπολογιστικού μοντέλου είναι τόσο απατηλή όσο είναι πειστική. Κάθε μοντέλο οποιουδήποτε κοινωνικού συστήματος συνεπάγεται κατ’ ανάγκη παραδοχές σχετικά με τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος, και οι υποθέσεις αυτές κατ’ ανάγκη χρωματίζονται από τις στάσεις και τις αξίες του εν λόγω ατόμου ή ομάδων... Δεν βλάπτει να επαναλαμβάνεται συχνά ότι το κύρος κάθε υπολογισμού σε υπολογιστή εξαρτάται πλήρως από την ποιότητα των δεδομένων και των παραδοχών (νοητικών μοντέλων), τα οποία εισάγονται σε αυτόν. Τα μοντέλα των υπολογιστών δεν μπορεί να αντικαταστήσουν τη θεωρία»32.
Ο Freeman εξαιρούσε το Τα Όρια της Ανάπτυξης από τη συνήθη κατηγορία του «σκουπίδια μέσα, σκουπίδια έξω», επειδή οι συγγραφείς είχαν προφανώς καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συλλέξουν δεδομένα, να υιοθετήσουν λογικές υποθέσεις, και να δοκιμάσουν το μοντέλο. Μάλλον, η αδυναμία του μοντέλου ήταν η εξάρτησή του από υποθέσεις παρόμοιες με εκείνες του πρώιμου συγγραφέα του υπερπληθυσμού Τόμας Μάλθους.
«Αν και θα ήταν πολύ λάθος να μιλάμε για “σκουπίδια” στο μοντέλο του ΜΙΤ, υπάρχει μια πραγματική βάση στην περιγραφή: “Μάλθους μέσα, Μάλθους έξω”... Το ποια είναι η εκτύπωση του ηλεκτρονικού υπολογιστή εξαρτάται από τις παραδοχές που γίνονται για τις πραγματικές σχέσεις, και οι υποθέσεις αυτές με τη σειρά τους επηρεάζονται σημαντικά από εκείνες τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες και τις αξίες στις οποίες εκτίθενται οι προγραμματιστές του υπολογιστή»33.
Οι σημερινοί υπολογιστές είναι πολύ πιο ισχυροί από οτιδήποτε είχαν φανταστεί οι συντάκτες του Τα Όρια της Ανάπτυξης, αλλά τα επιχειρήματα του Freeman διατηρούν πλήρως την ισχύ τους. Πράγματι, δεδομένης της αυξημένης πολυπλοκότητας των μοντέλων –και συνεπώς της αυξημένης πιθανότητας λάθους– είναι ακόμη πιο σημαντικό σήμερα οι προγραμματιστές να κάνουν τις υποθέσεις τους όσο το δυνατό πιο πρόδηλες.
Μια τέτοια υπόθεση στη μελέτη ΔΙΑΕΣ εκφράστηκε με σαφήνεια από τον Brian O’Neill σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα Los Angeles Times στις 10 Οκτωβρίου 2010: «Όταν η οικονομία αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό, αυξάνει το εισόδημα για όλους, και οι άνθρωποι ξοδεύουν περισσότερα χρήματα και καταναλώνουν περισσότερο και εκπέμπουν περισσότερο». Είπε το ίδιο πράγμα με πιο τυπικό τρόπο στη δημοσίευση του PNAS: «Στο μοντέλο ΠΕΤ, τα νοικοκυριά μπορούν να επηρεάσουν τις εκπομπές είτε άμεσα μέσω των καταναλωτικών συνηθειών τους ή έμμεσα μέσω των επιπτώσεών τους στην οικονομική ανάπτυξη».
Η παραδοχή ότι η οικονομική επέκταση ωθείται από την καταναλωτική ζήτηση –περισσότεροι καταναλωτές ίσον περισσότερη ανάπτυξη– είναι θεμελιώδες μέρος των οικονομικών θεωριών που αποτελούν τη βάση του μοντέλου. Με άλλα λόγια, τα συμπεράσματά τους προκαθορίζονται από τις υποθέσεις τους.
Αυτό που το μοντέλο προσπαθεί πραγματικά να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει τη νεοκλασική οικονομική θεωρία για να προβλέψει πόση οικονομική ανάπτυξη θα προκύψει από διάφορα επίπεδα αύξησης του πληθυσμού, και στη συνέχεια να εκτιμήσει την αύξηση των εκπομπών που θα προέκυπτε. Δυστυχώς, όπως λέει ο Yves Smith για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, οποιοδήποτε υπολογιστικό μοντέλο που βασίζεται στην επικρατούσα οικονομική θεωρία «στηρίζεται σε μια φαινομενικά αυστηρή θεμελίωση και περίτεχνα μαθηματικά, περίπου σαν την αστρολογία»34.
Κοντολογίς, αν το μοντέλο του υπολογιστή σας υποθέτει ότι η αύξηση του πληθυσμού προκαλεί αύξηση των εκπομπών, τότε θα σας πει ότι λιγότεροι άνθρωποι θα παράγουν λιγότερες εκπομπές. Μάλθους μέσα, Μάλθους έξω.

Σημειώσεις
1. McDougall, «Too Many People».
2. Global Population Speak Out, «Talking Points».
3. Ryerson, Population, 1.
4. All Party Parliamentary Group, Return of the Population, 18.
5. Gould, The Mismeasure of Man, 272.
6. Steffen et al., Executive Summary: Global Change, 18.
7. Marx, Grundrisse, 100.
8. Satterthwaite, «The Implications of Population Growth».
9. IIED, «Study Shatters Myth».
10. United Nations Statistical Division, «CO2 Emissions in 2006».
11. Pearce, Peoplequake, 122.
12. Ibid., 242.
13. Schnaiberg, The Environment, 69-70.
14. Nicholson-Lord, «A Population-Based Climate Strategy».
15. Wire, Fewer Emitters, Lower Emissions.
16. Quoted in Angus, «Do Consumers Cause Climate Change?»
17. Brown, Gardner, and Halweil, Beyond Malthus, 47.
18. Sachs, Common Wealth, 23.
19. Hartman, The Population Fix, 78-79.
20. Courtice, «I=PAT Proves Nothing».
21. Holdren and Ehrlich, «Human Population and the Global Environment», 291.
22. Meyer and Turner, «Human Population Growth», 52.
23. Dietz and Rosa, «Rethinking», 278.
24. O’Neill, MacKellar, and Lutz, Population and Climate Change, 119, 123.
25. Hynes, Taking Population Out of the Equation, 8-9.
26. Ibid., 24.
27. IIASA, «Population Change: Another Influence».
28. O’Neill et al., «Global Demographic Trends».
29. PAI and PJP, «Population and the Environment»· Engelman, Population, Climate Change, and Women’s Lives, 25.
30. Hansen, Storms of My Grandchildren, 81.
31. Meadows et al., The Limits to Growth, 23.
32. Freeman, «Malthus with a Computer», 7-8.
33. Ibid., 8-9.
34. Smith, Econned, 20.

* Το παρόν κείμενο είναι το 3ο κεφάλαιο του πρόσφατα δημοσιευμένου βιβλίου των Ian Angus και Simon Butler, Too Many People? Population, Immigration, and the Environmental Crisis, Haymarket Books, 2011. Ο Ίαν Άνγκους είναι διευθυντής του διαδικτυακού τόπου www.climate and capitalism.com. O Σάιμον Μπάτλερ είναι αρθρογράφος στην αυστραλιανή Green Left Weekly και μέλος του Democratic Socialist Perspective. © Ian Angus, Simon Butler & Haymarket Books. Ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου από τους συγγραφείς και τον εκδότη στη Μαρξιστική Σκέψη.




http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=1644

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Η βιομηχανική επανάσταση και το κίνημα των Λουδιτών



Η βιομηχανική επανάσταση και
το κίνημα των Λουδιτών

(Για πρώτη φορά στο
Διαδίκτυο)

Η μέσω ταραχών αντίδραση της κοινωνίας στην σκληρή και βαθύτατα αντικοινωνική πολιτική των κυρίαρχων ελίτ έχει μια μακριά παράδοση στη Μεγάλη Βρετανία. Η πρόσφατη κοινωνική έκρηξη που αγκάλιασε το Λονδίνο και πολλές βρετανικές πόλεις – μια έκφραση του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου που βιώνει η πολυεθνική και πολυθρησκευτική βρετανική νεολαία μέσα σε συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος – εμφάνισε έντονα τα στοιχεία μιας παντελώς αυθόρμητης, με ανορθόδοξα μέσα και μεθόδους, στοιχειώδης εξέγερσης που αιφνιδίασε τη Βρετανία και τον κόσμο ολόκληρο. Στο παρελθόν, στα πλαίσια της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης που εκδηλώθηκε κατά κύριο λόγο στη Βρετανία, η χρήση των μηχανών, αλλάζοντας ραγδαία τις μέχρι τότε οικονομικές και κοινωνικές συντεταγμένες, προκάλεσε ένα έντονο κύμα αντιδράσεων που εκδηλώθηκε με την καταστροφή των μηχανών, την πυρπόληση εργοστασίων, τους φόνους μισητών βιομηχάνων και επιστατών κλπ. Αυτό ήταν το περίφημο κίνημα των Λουδιτών, από την ορμητική έναρξη του οποίου το 1811 συμπληρώνοντας φέτος 200 χρόνια. (σ.σ. το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ (Νο 3).

Τάκης Μαστρογιαννόπουλος


FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr
FREE photo hosting by Fih.gr

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ “ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ”



Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ “ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ”


Brian Martin

Δημοσιεύθηκε στο “Social Studies of Science”, Φεβρουάριος 1996, σελ. 161-173.

Paul R.Gross και Norman Levitt, Higher Superstition (Υψηλότερη Πρόληψη): The Αcademic Left and Its Quarrels with Science (Η ακαδημαϊκή αριστερά και οι φιλονικίες της με την επιστήμη) (Βαλτιμόρη: Johns Hopkins University Press, 1994), 315 σελ., US $25.95, ISBN 0-8018-4766-4.

Η Υψηλότερη Πρόληψη είναι φαινομενικά μια κριτική της κονστρουκτιβιστικής ανάλυσης της επιστήμης, κάνοντας προσπάθεια να δείξει λογικές ατέλειες, χαμηλή γνώση και μερικές φορές απλά μια φτωχή αντίληψη της επιστήμης σε εργασίες κλειδιά. Το βιβλίο παρέχει αρκετά υπομνήματα όπου οι αναλυτές της επιστήμης πρέπει να έχουν επαρκή αντίληψη των επιστημονικών θεωριών. Αλλά οι πιο πολυδιαβασμένοι κονστρουκτιβιστές δεν θα βρουν αρκετά εδώ για να υπονομεύσουν τις ιδέες τους, αφού η βασική προσέγγιση των Gross και Levitt είναι να επιτεθούν στους κονστρουκτιβιστές για το ότι δεν είναι θετικιστές προσθέτοντας μια δόση μονομερούς παρατήρησης στους διανοούμενους.

Για τους μελετητές της επιστήμης, το ενδιαφέρον έγκειται όχι στο περιεχόμενο αλλά στον τρόπο που το επιχείρημα οικοδομείται λαμβάνοντας υπόψη την αντήχησή του σε ευρύτερους κύκλους (1). Για αυτούς που έχουν συνηθίσει να μελετούν τις πολιτικές χρησιμότητες της επιστήμης η Υψηλότερη Πρόληψη παρέχει ένα αντικειμενικό μάθημα στις πολιτικές χρησιμότητες (μια κριτική) των επιστημονικών μελετών.

Η επίθεση των Gross και Levitt στο τι αυτοί θεωρούν “κριτικούς της επιστήμης” μπορεί να θεωρηθεί ως μια εξεζητημένη μορφή “αντιαντιεπιστήμης”. Οι επιθέσεις στην “αντιεπιστήμη” έχουν εμφανισθεί εδώ και δεκαετίες.(2) Πριν κοιτάξουμε σε λεπτομέρεια το βιβλίο των Gross και Levitt αξίζει να προσέξουμε το επίπεδο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται στην αντιαντιεπιστήμη.

Πρώτον, η επιστήμη παριστάνεται ως ένα ενιαίο αντικείμενο που αναγνωρίζεται με την επιστημονική γνώση.Παριστάνεται ως ουδέτερο και αντικειμενικό. Δεύτερον, η επιστήμη θεωρείται να είναι υπό επίθεση από την “αντιεπιστήμη”,η οποία αποτελείται κυρίως από ιδεολογιστές οι οποίοι είναι απειλή στην ουδετερότητα και την αντικειμενικότητα που είναι βασικά στοιχεία στην επιστήμη. Τρίτον, γίνεται μια υψηλά εκλεκτική επίθεση στα επιχειρήματα της “αντιεπιστήμης”. Η καθαρή ενέργεια της αντιαντιεπιστήμης είναι να υποστηρίζει την επιστήμη όπως ορίζεται από τους εκλεκτούς της επιστήμης και να περιθωριοποιήσει- - συνήθως αγνοώντας - - την πολιτική κριτική της επιστήμης.

Οι αρχικές εργασίες στον τομέα της αντιαντιεπιστήμης δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί, μερικές ούτε καν ονομάζουν τους διατεινόμενους υποστηρικτές της “αντιεπιστήμης”. Η πραγμάτευση των Gross και Levitt είναι πιο λεπτομερής και έχει ερευνηθεί καλύτερα, όπως αρμόζει στην εργασία επιστημόνων που ενδιαφέρονται για τη λογική και την απόδειξη. Παρ’ όλα αυτά, ταιριάζει στο μοντέλο της αντιαντιεπιστήμης και μπορεί χρήσιμα να αναλυθεί με αυτό τον τρόπο.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΩΣ ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ

Οι Gross και Levitt θεωρούν την επιστήμη ως ένα μοναδικό αντικείμενο και ισχυρίζονται ότι υπάρχουν δυο επιλογές: να την υποστηρίζεις ή να αντιτίθεσαι σε αυτή. Δεν εξηγούν ούτε δικαιολογούν αυτή την αντίληψη, αλλά είναι φανερό με τον τρόπο που αναφέρονται στην επιστήμη. Για παράδειγμα, αναφέρονται στους “κριτικούς της επιστήμης” παρά στους “κριτικούς κάποιων απόψεων της επιστήμης”. Επιπροσθέτως, εξισώνουν συνήθως την κριτική της επιστημονικής γνώσης με την εχθρότητα για την επιστήμη (3), ένα άλμα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί λογικά και είναι εμπειρικά αβέβαιο. Ακόμη, αυτή η εξίσωση είναι λογική δίνοντας στους συγγραφείς την “πραγμάτευση της επιστήμης ως ενιαίο σύνολο”.

Η “επιστήμη” των Gross και Levitt είναι βασικά το υπάρχον σώμα της γνώσης στις φυσικές επιστήμες, πιθανόν συνοδευόμενη από μια μορφή επιστημονικής μεθόδου. Οι κοινωνικές επιστήμες εξαιρούνται, ένας κρίσιμος διαχωρισμός (4). Επίσης εξαιρούνται τα κεφάλαια της επιστημονικής έρευνας, ο οργανισμός της επιστημονικής κοινότητας, και οι εφαρμογές της επιστήμης. Έτσι περιορίζουν το επίκεντρο στην επιστημολογία, παραλείποντας τις περισσότερες από τις κοινωνικές δυναμικές της επιστήμης. Αυτό το κάνει ευκολότερο να υπερασπιστούν την “επιστήμη” αφού οι επικριτές της γνώσης είναι περισσότερο τρωτοί στην κριτική όταν αποσυνδέονται από επικριτές που σχετίζονται με κοινωνικές δομές και πρακτικές.

Σε μερικές περιπτώσεις, οι Gross και Levitt αναφέρουν ότι ορισμένες ομάδες αντιπαθούν συγκεκριμένες χρήσεις της επιστήμης, όπως στρατιωτικές εφαρμογές (2, 33, 224-25). Αλλά το μεγαλύτερο μέρος αγνοεί τις πιο κοινές κοινωνικές κριτικές, δηλαδή αυτές που έχουν σχέση με τους συνδέσμους της με επιζήμιες και καταπιεστικές πρακτικές όπως ο πόλεμος, η καταστολή, ο κοινωνικός έλεγχος, η καταστροφή του περιβάλλοντος και η εκμετάλλευση των ζώων. Στην σύντομη ανασκόπησή τους της ιστορίας της επιστήμης με προγράμματα κοινωνικής βελτίωσης (16-23), καλύπτουν μια περίοδο από τα 1600 μέχρι τα 1800, όπου η επιστήμη αρκετές φορές ήρθε σε διαμάχη με παραδοσιακές δυνατές δομές όπως η εκκλησία. Η έρευνά τους ξαφνικά σταματά πριν από αυτό που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η “συγχώνευση της επιστήμης”, όταν η επιστήμη επαγγελματοποιήθηκε και προσανατολίστηκε σε στρατιωτικούς, επαγγελματικούς και καπιταλιστικούς σκοπούς (5). Οι Gross και Levitt προφανώς πιστεύουν ότι η επιστήμη παραμένει ένα απελευθερωτικό πρόγραμμα, καθώς όταν αναφέρουν την “μακρά ιστορία της προοδευτικής δυτικής σκέψης με την οποία συνδέθηκαν, γενικώς, οι προσπάθειες για την ανθρώπινη απελευθέρωση” (45). Από την παρουσίασή τους για την επιστήμη ως ενιαίο σύνολο και ως ταυτόσημο του άυλου συστήματος της γνώσης που είναι η καλύτερη υπάρχουσα προσέγγιση της πραγματικότητας (6), έχουν αγνοήσει τον όγκο των κριτικών που σχετίζονται με την επιστήμη. Εν συντομία, προσυπογράφουν το μοντέλο της χρήσης - κατάχρησης της επιστήμης, με τον εξωραϊσμό της φυσικής επιστήμης ως η επιτομή της ορθολογιστικής αναζήτησης.

Δεν είναι καινούργιο για τους αναγνώστες του Social Studies of Science ότι η περισσότερη κοινωνική ανάλυση της επιστήμης βασίζεται στο ότι διαφορετικά μέρη και απόψεις της επιστήμης είναι ανοιχτά σε διερεύνηση από διάφορες προοπτικές και στο ότι η επιστημονική γνώση θα πρέπει να κατανοηθεί σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα. Ο τρόπος που οι Gross και Levitt αντιλαμβάνονται την επιστήμη έρχεται βασικά σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που αυτοί κριτικάρουν. Με άλλα λόγια, θεωρούν μια συγκεκριμένη εικόνα της επιστήμης και κατόπιν κριτικάρουν θέσεις με τις οποίες δεν μπορούν να προσαρμοσθούν.

ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ “ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ”

Για να αναληφθεί το πρόγραμμα της αντιαντιεπιστήμης είναι απαραίτητο να οικοδομηθεί η “αντιεπιστήμη”. Όμως, είναι δύσκολο να βρει κανείς συγγραφείς που απορρίπτουν εξ’ ολοκλήρου την επιστήμη, που απορρίπτουν τη λογική ή αλλιώς μπορούν να παρασταθούν κατάλληλα ως αντίθετοι. Οι Gross και Levitt έχουν κάνει μια ενεργητική εργασία στο να βρίσκουν κριτικές που εμφανίζονται να ταιριάζουν στο μοντέλο

τους. Παρατηρούν κυρίως τις κονστρουκτιβιστικές, μεταμοντέρνες, φεμινιστικές και περιβαλλοντικές κριτικές. Με σκοπό να τις συνδυάσουν χρησιμοποιούν τον όρο “ακαδημαϊκή αριστερά”.

Οι συγγραφείς παραδέχονται ότι οι κριτικές που χαρακτηρίζουν ως “ακαδημαϊκή αριστερά” πηγαίνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις (5,10-11). Ακόμη, επανειλημμένως επανέρχονται στους περιορισμούς του όρου και ζητούν συγγνώμη γι’ αυτό (7). Επίσης αναφέρουν ότι το “η προοπτική αριστερά”μπορεί να είναι καλύτερο(40).Αλλά συνεχίζουν έτσι κι αλλιώς να χρησιμοποιούν τον όρο “ακαδημαϊκή αριστερά” (8).

Εκτός από το να συγκεντρώνει ομάδες με διαφορετικές ημερήσιες διατάξεις και προοπτικές ο όρος “ακαδημαϊκή αριστερά” αποπροσανατολίζει κατά ένα πιο βασικό τρόπο συνδέει χωρίς να είναι απαραίτητο την “αριστερά” με τις κριτικές της επιστημονικής γνώσης. Υπάρχουν πολλοί μελετητές, συμπεριλαμβανομένου και ακαδημαϊκούς, που θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους ότι είναι στα αριστερά και οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την κριτική της επιστημονικής γνώσης. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να είναι σφοδροί υποστηρικτές της λογικής και της επιστημονικής μεθόδου (9). Πολλοί Μαρξιστές συγκεκριμένα δεν γνωρίζουν πολλά γύρω από τη φυσική επιστήμη, επιδιώκοντας να επικυρώσουν τον Μαρξισμό αυτού κάθε αυτού ως επιστημονικό. Σε αυτό το πλαίσιο, για να συμπεριλάβει κανείς τον Μαρξισμό στην “ακαδημαϊκή αριστερά” που είναι επικριτική στην επιστημονικής μεθόδου, παρά απλά επικριτική της “παραποίησης” της επιστήμης υπό τον σοσιαλισμό, χρειάζεται κάποια διαστρέβλωση. Ένας από τους στόχους κλειδιά της Radical Science Journal (εφημερίδα της ριζοσπαστικής επιστήμης) ήταν να “δημιουργήσει μια Μαρξιστική κριτική του επιστημονισμού στα Αριστερά”.

Η παραδοσιακή αριστερά μπορεί να διακριθεί σύμφωνα με την κριτική της περί καπιταλισμού και την υποστήριξή της στην εργατική τάξη και σε άλλες καταπιεσμένες ομάδες. Προσθέτοντας την κριτική του πατριαρχισμού και την υποστήριξη των γυναικών είναι μια λογική επέκταση - - παρόλο που δεν είναι και δεν ήταν τόσο εύκολο για τους άνδρες της αριστεράς(10). Για να θεωρήσουμε μια κριτική της κυριαρχίας της φύσης ως ένα ουσιαστικό τμήμα της “αριστεράς” είναι αμφισβητούμενο: η διάσταση μεταξύ πρασίνων και κοινωνικά δημοκρατικών παρατάξεων είναι ενδεικτική των προστριβών τους (11). Ο μεταμοντερνισμός είναι ακόμη λιγότερο εύκολος να καταταγεί ως

αριστερός.

Οι Gross και Levitt δεν δίνουν καμία κοινωνιολογική εξήγηση για τη δημιουργία της “ακαδημαϊκής αριστεράς” - -τη διακρίνουν σε σχέση με την ιδεολογία (10-11) ή την ηθική (220). Ακόμη κι αν υπάρχει κάποιος κοινός ιδεολογικός ή ηθοπλαστικός σύνδεσμος στις διάφορες κριτικές, αυτό σχεδόν δικαιολογεί τη συγκέντρωση αυτών που κάνουν τις κριτικές. Θα ήταν σχεδόν το ίδιο να μαζέψει κανείς κριτικούς από Χριστιανικές κοινότητες - - συμπεριλαμβανομένου άθεους, Βουδιστές, φιλελεύθερους Χριστιανούς θεολόγους και Δαρβίνους - - και να τους αποκαλέσει “θρησκευτική αριστερά”.

Υιοθετώντας τον όρο “ακαδημαϊκή αριστερά”, οι Gross και Levitt επικρίνουν αυστηρά την αριστερά για τα λεγόμενα αμαρτήματα των κριτικών της επιστημονικής γνώσης. Μερικές φορές παραλείπουν το “ακαδημαϊκή” και αναφέρουν απλά το “αριστερά” (25,27,242,243), εννοώντας ότι θεωρούν περισσότερα απ’ότι απλώς την κριτική της επιστημονικής γνώσης όταν αναφέρονται στο “ακαδημαϊκή αριστερά”.

Παρ’όλη την προσπάθεια των Gross και Levitt να κρατηθούν μακριά από την ακραία δεξιά (8) - - μερικές φορές με έντονες περιγραφές θέσεων που αποκηρύσσουν (36) - - στην πράξη είναι συχνά επικριτικοί σε αυτές και ακόμη εχθρικοί στις “αριστερές” θέσεις. Εμφανίζονται να έχουν απλά μια επιφανειακή αντίληψη του περιβαλλοντισμού, του φεμινισμού και ομοίων, κάνοντας χονδροειδείς γενικότητες πάνω σε αυτά. Για παράδειγμα, απορρίπτουν την κίνηση εναντίον της πυρηνικής ενέργειας, κάνοντας αστεία γύρω από το σύνθημα ‘Διασπάστε ξύλο όχι άτομα’ (160). Η σύγκριση του ξύλου με την πυρηνική ενέργεια καθαρά αγνοεί την ισχυρή αντιπυρηνική κριτική που βασίζεται σε ιδέες που συμπεριλαμβάνουν την ενεργειακή επάρκεια, ένα ακέραιο πρόγραμμα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και τις κοινωνικές αλλαγές όπως μείωση του δεδομένου περάσματος του χρόνου. Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ότι δείχνουν να θεωρούν αρκετό να βασίσουν την κριτική τους γύρω από την κίνηση κατά της πυρηνικής ενέργειας με την αντίκρουση του συνθήματος.

Η πολιτική ανάλυση που είναι συμφυής με τις κινήσεις, δεν θίγεται. Οι συγγραφείς δείχνουν να έχουν υιοθετήσει μια μορφή ουσίας στην κριτική τους τον υποτιθέμενο πυρήνα διαφόρων κινήσεων, δηλαδή ότι η ουσία των κινήσεων είναι να βρεθούν σε συγκεκριμένες ιδεολογίες.

Η εκδοχή της ιστορίας και της κοινωνιολογίας των Η.Π.Α κατά τους Gross και Levitt άφησε τους διανοούμενους να επικεντρωθούν στις πολιτικές δραστηριότητες των κοινωνιολόγων. Δεν κάνουν πολλά για να δικαιολογήσουν το συνυπολογισμό των φεμινιστών, περιβαλλοντιστών ή μεταμοντερνιστών στην αριστερά. Μοιάζουν να μην γνωρίζουν τον δυναμισμό του αμερικανικού λαού (μη ακαδημαϊκών) φεμινιστών, περιβαλλοντιστών αλληλέγγυων, ειρηνικών, αντιρατσιστικών μη βίαιων και άλλων ριζοσπαστικών ομάδων, ίσως επειδή ψάχνουν για στοιχεία μόνο σε επίσημα πολιτικά ιδρύματα. Αγνοούν εντελώς την κοινωνιολογική φιλολογία της συμπεριφοράς των ακαδημαϊκών, που δείχνει μεταξύ άλλων πραγμάτων ότι η κυρίαρχες πολιτικές συμπεριφορές είναι οι πιο κοινές ανάμεσα στους αμερικανούς ακαδημαϊκούς (12). Επίσης αγνοεί την ασυνήθιστη κατάσταση της αμερικανικής αριστεράς συγκρινόμενης με την αριστερά άλλων βιομηχανοποιημένων χωρών. Ποιο γενικά υπερβάλλουν κατά πολύ γύρω από τη δύναμη και την κοινωνική θέση της “ακαδημαϊκής αριστεράς “.Υπάρχει μετά από όλα αυτά, μια μακρά ιστορία επιθέσεων σε αριστερούς ακαδημαϊκούς που συνεχίστηκε για πολύ μετά το τέλος της λεγόμενης εποχής “Mc Carthy".

ΕΚΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Έχοντας οικοδομήσει δύο τεχνητές οντότητες, μια ενιαία “επιστήμη” και μια ενιαία “ακαδημαϊκή αριστερά”, το καθένα περιορισμένο σε επιστημονικά βασικά χαρακτηριστικά, οι Gross και Levitt προχώρησαν στην επίθεση. Διαλέγουν χαρακτηριστικά από κάθε μια από αρκετές περιοχές -επιστημονικές σπουδές, μεταμοντερνισμό, φεμινισμό, περιβαλλοντισμό, ή δραστηριότητα για το AIDS—και κριτικάρουν τους επικριτές της επιστήμης. Μερικοί από αυτούς τους συγγραφείς έχουν μια φτωχή αντίληψη της επιστήμης σε τεχνικό επίπεδο, και αυτή είναι η περιοχή που οι Gross και Levitt βρίσκουν τα περισσότερα να εκθέσουν.

Σποραδικά κάτι μπορεί κανείς να μάθει από την ανάλυση σφαλμάτων και διατεινόμενων σφαλμάτων που γίνονται σε κάποιες κριτικές της επιστήμης. Είναι βέβαια μια προειδοποίηση να “ελέγξει κάποιος τα γεγονότα” πρίν κάνει κάποιος μεγαλόπρεπες δηλώσεις γύρω από μια τεχνική περιοχή, όπως η κβαντική μηχανική και η θεωρία του χάους. Αλλά η κριτική των Gross και Levitt περισσότερο παραπλανεί παρά αποκαλύπτει.

Ξεκινώντας, οι κριτικές τους επιχειρούνται σε κενό. Το βρίσκουν αρκετό να διαλέξουν κάποιες μελέτες (διακριμένες ή άλλες), μερικές εργασίες και κατόπιν να αναλύσουν συγκεκριμένα μέρη αυτών των εργασιών. Δεν υπάρχει κάποια συγκίνηση ούτε για τη συνολική ποσότητα της δουλειάς στον τομέα, ούτε για το πώς οι επιστήμονες έχουν διατεθεί σε αυτόν. Ακόμη κατά κάποιες μεμονωμένες κριτικές, αισθάνονται έτοιμοι να κάνουν γενικότητες γύρω από την εργασία στον τομέα. Συχνά αυτές οι γενικότητες επισκιάζουν τις πραγματικές κριτικές τους.

Στο κεφάλαιο τους γύρω από τις κοινωνικές μελέτες της επιστήμης, οι Gross και Levitt ξεκινούν με μια κριτική γύρω από το έργο του Stanley Aronowitz, η οποία θα ήταν γνωστή σε λίγους στον τομέα. Κατόπιν, κάνουν κάποιες κριτικές γύρω από το έργο του Bruno Latour που είναι φυσικά πολύ γνωστό ανάμεσα στις επιστημονικές μελέτες. Αλλα δείχνουν να αγνοούν τους επικριτές των προσεγγίσεων του Latour που έχουν σημαντική διάκριση στον τομέα [14].Τελικά καταπιάστηκαν με το διάσημο Leniathan and the Air Pump των Steven Shapin και Simon Schaffer. Αφήνοντας κατά μέρος τις παρανοήσεις και την αδυναμία των κριτικών τους, γύρω από αυτές τις εργασίες, μόνο κάποιος που είναι απ’ έξω θα μπορούσε να φανταστεί ότι μια κριτική επιλεγμένων απόψεων των εργασιών των Aronowitz, Latter, Shapin, και Schaffer θα παρείχε μια επαρκή βάση για γενίκευση γύρω από την κονστρουκτιβισμό των μελετών της επιστήμης, για να μην αναφέρουμε την αξίωση ότι οι περισσότεροι επαγγελματίες ‘δεσμεύονται σε μια αριστερίστικη πολιτική θέση’ (47).

Στο κεφάλαιό τους για το γένος, οι Gross και Levitt δίνουν κριτικές ενός προδημοσιευμένου άρθρου γύρω από την μαθηματική παιδαγωγική, ένα κεφάλαιο από την ομάδα μελετητών Βιολογίας και Γένους άρθρα σε μια έκδοση του δημοφιλούς επιστημονικού περιοδικού Discover της Sandra Harding’s το The Science Question in Feminism (εστιάζοντας σε δύο προτάσεις από το βιβλίο), μια συνέντευξη με την Donna Haraway, και κεφάλαια από τους Harding, Evelyn Fox Keller και Helen Longinο.

Αυτά χαρακτηρίζονται ως “χαρακτηριστικά προϊόντα της φεμινιστικής κριτικής της επιστήμης (113), αλλά δε δίνεται κάποια λεπτομερής δικαιολογία γύρω από την επιλογή αυτών των εργασιών. Εάν μάλιστα υπάρχει μια “φεμινιστική κριτική της επιστημονικής κλίκας”(100),οι Gross και Levitt απέτυχαν να το επιδείξουν.

Στο κεφάλαιό τους γύρω από των “ριζοσπαστισμό”, επικεντρώνονται στην εργασία του Jeremy Rifkin, εξετάζοντας λεπτομερώς δύο προτάσεις ενός από τα βιβλία του, ενώ συγχρόνως κάνουν πιο σύντομες κριτικές εργασιών της Carolyn Merchant και του Dave Foreman. Υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του Rifkin είναι τυπικές της ακαδημαϊκής αριστεράς δίνοντας ως απόδειξη δηλώσεις των Steven Best και Stanley Aronowitz. Οι Gross και Levitt λένε ότι “πλήθος άλλων θα ήταν οι κριτικοί της μοντέρνας επιστήμης που μοιράζονται τους ίδιους ιδεολογικούς ενθουσιασμούς με τον Riftin’s” (171), αλλά αυτοί οι κριτικοί παραμένουν ανώνυμοι.Στο διάβα, η φιλόσοφος Val Plumwood κατηγοριοποιείται ανακριβώς ανάμεσα σε αυτούς που “περιφρονούν τους κανόνες της λογικής, της απόδειξης, της αντικειμενικότητας και της συνέπειας” (175), παραθέτοντας απλά μια πρόταση από ένα άρθρο της (176), αγνοώντας το υπόλοιπο του άρθρου (15) και την τεράστια παραγωγή της σχετικά σοφής της εργασίας. Είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι ο αριθμός των ακαδημαϊκών που προσυπογράφουν το μοντέλο του ριζοσπαστισμού των Gross και Levitt είναι λιγότερος απ’ ότι διακηρύσσουν. Όπως στον μεταμοντερνισμό και την δραστηριότητα γύρω από το AIDS, η περίπτωσή τους που είναι μια σημαντική ομάδα αριστερών ακαδημαϊκών σε αυτές τις περιοχές που τοποθετούνται ως “επίθεση στην επιστήμη” είναι μάλιστα ισχνή.

Η υπόθεση των Gross και Levitt ότι η επιστήμη είναι ένα ενιαίο σύνολο τους οδηγεί σε μια οικεία παρερμηνεία του κονστρουκτιβισμού, δηλαδή ότι η επιλογή είναι ανάμεσα στην επιστήμη ως αντικειμενική γνώση και στην επιστημονική γνώση όπως υπαγορεύεται από τα κοινωνικά ενδιαφέροντα (46). Δείχνουν να στερούνται της ιδέας ότι η επιστημονική γνώση μπορεί να είναι ένα ισχυρό και αποτελεσματικό εργαλείο για συγκεκριμένους σκοπούς, με άλλα λόγια ότι η επιστημονική γνώση μπορεί να είναι πολύτιμη ακόμη κι αν δεν είναι αντικειμενική σε κάποια βασική έννοια. Για αυτούς υπάρχουν δύο επιλογές μόνο: αποφασιστικότητα εκ φύσεως και αποφασιστικότητα από την κοινωνία (16).Από τα σχόλια τους γύρω από την ανάληψη κονστρουκτιβιστικής ανάλυσης του κονστρουκτιβισμού (70,136) διαφαίνεται ότι αγνοούν εργασίες επιστημονικών μελετών πάνω στην αυτοστοχαστικότητα (reflexivity).

Οι Gross και Levitt στοχεύουν μελετητές που υποτίθεται ότι παρεξηγούν την επιστήμη, είναι επιπλέον “αντιεπιστήμη” και λέγονται ότι είναι μέλη της “ακαδημαϊκής αριστεράς”. Πουθενά δεν κριτικάρουν μελετητές της ακαδημαϊκής δεξιάς που παρεξηγούν την επιστήμη. Ούτε θεωρούν ότι τέτοιοι μελετητές είναι “αντιεπιστήμη ”.

Σε πολλές περιπτώσεις δείχνουν ότι αγνοούν κριτικές στο πεδίο της προχειρότητας της επιστήμης και είναι ταχείς στο να κριτικάρουν. Για παράδειγμα, δεν κάνουν αναφορά στην διαπεραστική ανάλυση του Sal Restivo γύρω από την θέση του Fritjof Capra πάνω στον παραλληλισμό μεταξύ της κβαντικής φυσικής και του ανατολικού μυστικισμού. Αυτό είναι κρίμα, αφού θα μπορούσε να είναι εποικοδομητικό να δούμε πώς οι Gross και Levitt πραγματεύτηκαν την εξεζητημένη κοινωνική ανάλυση των μαθηματικών του Restivo (17).

Θα ήταν ανόητο να υπερασπιστούμε οποιαδήποτε θέση κάθε μελετητή που κριτικάρεται στην Υψηλότερη Πρόληψη. Οι ειδικοί μπορεί να συμφωνούν μπορεί και όχι γύρω από τα λεπτομερή χαρακτηριστηκά του ισχυρισμού. Ανεξάρτητα από την “δικαστική απόφαση ” τέτοιων φιλονικιών, το σημαντικό είναι ότι οι Gross και Levitt δεν έχουν υποστηρίξει την συνολική τους θέση, δηλαδή την γενίκευση τους από διατεινόμενες ανακρίβειες και παρεξηγήσεις σε λεπτομερές επίπεδο σε κατηγορία ολόκληρων τομέων της μελέτης. Δείχνουν να προχωρούν σαν ελάττωμα της πραγματικότητας ή της λογικής που υποσκάπτει ολόκληρο το οικοδόμημα παρά ανιχνεύει ένα σφάλμα στην μαθηματική απόδειξη. Οι ανθρωπιστικές σπουδές και οι κοινωνικές επιστήμες δεν λειτουργούν έτσι. Επιπλέον οι επιστημονικοί μελετητές θα υποστήριζαν ότι κανείς όπως ο κανόνας δεν κάνει την φυσική επιστήμη.

Εξαιτίας της διάστασης των απόψεων ανάμεσα στους τομείς που εξετάζονται στην Υψηλότερη Πρόληψη, είναι πιθανόν ότι οι περισσότεροι μελετητές θα βρούν τους εαυτούς τους σε συμφωνία με κάποιους τουλάχιστον από τους ισχυρισμούς του συγγραφέα. Η κριτική των επιστημονικών μελετών της θεωρίας του δικτύου των ηθοποιών μπορεί να βρεί κοινά στοιχεία με κάποιες από τις κριτικές των Gross και Levitt για τον Latour· κριτικοί συγκεκριμένων μεταμοντερνικών τάσεων μπορεί να αντηχούν τα παράπονα των Gross και Levitt κ.τ.λ. (18). Αλλά αυτή η ανάγκη δεν περιλαμβάνει συμφωνία με της ευρύτερες υποθέσεις και τα επιχειρήματα τους γύρω από την επιστήμη και την “ακαδημαϊκή αριστερά”.

Οι Gross και Levitt περιορίζουν κατηγορηματικά την προσοχή τους στους μελετητές των Η.Π.Α (25).Αυτό είναι ατυχές αφού η πιο σπουδαία δουλειά σε έναν αριθμό τομέων έχει προέλθει εκτός των Η.Π.Α όχι τουλάχιστον στις επιστημονικές μελέτες. Ως μελετητές των Η.Π.Α οι Gross και Levitt έχουν αρκετή συμπαράσταση στην παράληψη μη αμερικανικών πηγών, είναι σχεδόν μια συνταγή για να κερδίσουν μια ισορροπημένη ιδέα γύρω από τους τομείς που αυτοί εξετάζουν. Ίσως είναι η αμερικανική τους πρόληψη που τους οδηγεί να παραβλέψουν την κοινωνιολογία της επιστημονικής γνώσης. Είναι ευχάριστο να διαβάζει κανείς το επιχείρημα τους εναντίον του κονστρουκτιβισμού για το λόγο ότι η κονστρουκτιβιστική ανάλυση ακολουθεί την μέθοδο της εμπειρικής επιστήμης (48). Η κλασσική ανάλυση του δυνατού προγράμματος της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης του Bloor, που αναγνωρίστηκε ευρέως και μερικές φορές του έγινε κριτική για το μιμητισμό του με την παραδοσιακή επιστημονική μέθοδο, δεν αναφέρεται πουθενά (19).

Οι Gross και Levitt επικρίνουν δριμύτατα τους “κριτικούς της επιστήμης” που δεν έχουν μελετήσει την επιστήμη ευθέως και δεν αναφέρουν επιστήμονες που επικρίνουν την κοινωνική επιστήμη χωρίς να την έχουν μελετήσει. Υπάρχουν σίγουρα πολλοί στην τελευταία κατηγορία. Ίσως αυτό το φαινομενικά διπλό επίπεδο είναι μια επέκταση του θετικισμού τους : η συμπεριφορά τους δεν χρειάζεται καμία εξήγηση ούτε δικαιολογία αφού είναι σωστή, ενώ η παραπλανητική συμπεριφορά άλλων πρέπει να εξηγηθεί μέσω κοινωνικών κατηγοριών. Αυτή η κοινωνιολογία του λάθους βρίσκεται σε λειτουργία στις ψυχολογικές τους εξηγήσεις για προσκόλληση στα πιστεύω της “ ακαδημαϊκής αριστεράς” (27,73,220-33)[20].

Ως δείγμα της προσέγγισης των Gross και Levitt στην κοινωνική ανάλυση εξετάζουμε τη θέση “Η συντριπτική πλειοψηφία των ενεργών επιστημόνων ούτε ασκούν ούτε παραβλέπουν την μεροληψία” (111). Αυτό μαζί με ισχυρισμούς περί σεξουαλικής διάκρισης στην επιστήμη, δεν γίνεται μόνο με έλλειψη ισχυρών αποδείξεων (21) αλλά και με καμιά αναφορά στην κατασκευαστική διάκριση (όπως η καριέρα δύο προσώπων) ή στην σεξουαλική παρενόχληση (22). Με άλλα λόγια νιώθουν ελεύθεροι να κάνουν γενικεύσεις γύρω από την κοινωνία χωρίς να τους ενδιαφέρει να προβάλλουν αποδείξεις, επιχειρήματα, έρευνες της λογοτεχνίας κ.τ.λ. Είναι εύκολο να αποκτήσεις την εντύπωση ότι οι πολλές τους δηλώσεις και των δύο επιστημόνων συλλογικά και γύρω από την “ακαδημαϊκή αριστερά “, βασίζονται κατά μεγάλο μέρος στις προσωπικές τους εμπειρίες και σε κάποιες επίλεκτες μνείες, αγνοώντας έτσι την καθιερωμένη κοινωνική επιστημονική πρακτική του να κάνεις κοινωνιολογικές γενικεύσεις.

Κριτικάρουν άλλους γιατί δεν συμβουλεύονται επιστήμονες για τις κριτικές τους, που είναι λογικά αρκετό. Αλλά, τουλάχιστον σύμφωνα με τις παραδοχές τους, δείχνουν να μην έχουν συμβουλευτεί κοινωνικούς επιστήμονες τους οποίους έχουν κριτικάρει.

Το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό γνώρισμα της επίθεσης τους είναι η συγκινητική του φύση. Το βιβλίο ξεκινά με ένα λόγο γύρω από την επιμονή (1), και παρατάσσει όρους όπως “καθαρή ανοησία”, “κουταμάρα”.Για μένα αυτό δείχνει μια συγκαταβατική συμπεριφορά απέναντι στην ανθρωπιστική και κοινωνική επιστήμη. Κατά την εμπειρία μου τα τελευταία 25 χρόνια, ένας αριθμός επιστημόνων έχουν την ανθρωπιστική και κοινωνική επιστήμη σε περιφρόνηση, μια παρατήρηση που έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των Gross και Levitt ότι οι φυσικοί επιστήμονες -- “τουλάχιστον γι’ αυτούς με την αίσθηση του δίκαιου παιχνιδιού” -- είναι “συνήθως διστακτικοί” σε σχέση με τους ισχυρισμούς και τους κοινωνιολόγους της επιστήμης (42). Σίγουρα οι συγγραφείς δεν είναι διστακτικοί με τους εαυτούς τους.‘Ένα ίχνος της περιφρόνησης για την ανθρωπιστική και την κοινωνική επιστήμη έρχεται αρκετές φορές στην Υψηλότερη Πρόληψη. Για παράδειγμα, σε μια φαντασίωση “πλεονεκτικής θέσης”, φαντάζονται ότι, εάν είναι δυνατό, οι επιστήμονες θα μπορούσαν σωστά να διδάσκουν ανθρωπιστικές επιστήμονες αλλά όχι το αντίστροφο (243).

Ο τίτλος του βιβλίου είναι μια ωραία περίληψη των που συζητήθηκαν τώρα : οι κατηγορίες “ακαδημαϊκή αριστερά” και “επιστήμη” βρίσκονται στον υπότιτλο, ενώ η “υψηλότερη πρόληψη” δείχνει τη συμπεριφορά των συγγραφέων πάνω στο θέμα. Ένας τίτλος όπως “κριτική της προοπτικής ανάλυσης της επιστήμης” δεν είχε τον ίδιο αντίκτυπο.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΕΙΤΑΙ

Επικεντρώνοντας στις επιστημολογικές κριτικές της επιστήμης, οι Gross και Levitt αγνοούν τις πιο φανερά πολιτικές κριτικές της επιστήμης, που δεν αναφέρονται πουθενά (23).Πολλές από τις πολιτικές κριτικές δεν βασίζονται σε επιστημολογική κριτική, επικεντρώνοντας αντίθετα στα αποθέματα της επιστήμης, στον οργανισμό της επιστημολογικής κοινότητας, τη λήψη αποφάσεων, κ.τ.λ.. Ουσιαστικά, οι Gross και Levitt περιθωριοποιούν πολιτικές κριτικές επιτιθέμενοι σε επίλεκτες επιστημολογικές κριτικές και αναγνωρίζοντας τις χωρίς καμία κριτική της επιστήμης. Η πρακτική ανησυχία πολλών κοινωνικών ακτιβιστών, συμπεριλαμβανομένου ενός σημαντικού αριθμού κριτικών που έχουν ανακηρυχθεί επιστήμονες, είναι ότι η επιστημονική πείρα που κινητοποιείται από ίδια ενδιαφέροντα για να υπηρετήσουν αυτό που αυτοί θεωρούν λάθος, τελειώνει (24). Η εστίαση των Gross και Levitt στην “υψηλότερη πρόληψη “ υπηρετεί το σκοπό του να αποσπαστεί η προσοχή από αυτό. Απλά ανταποκρινόμενοι στο επίπεδο της επιστημολογίας και των μελετητών διαιωνίζεται αυτή η αλλαγή της κατεύθυνσης. Η υψηλότερη πρόληψη, περισσότερο από ένα απλό κομμάτι κριτικής μελετών, εξυπηρετεί μια πολιτική παρέμβαση, σαν μια μορφή οριακής εργασίας (25),σαν μέσα υποστήριξης της “επιστήμης” εναντίον αποθεμάτων περικοπών και απώλειας της κοινωνικής αξιοπιστίας.Με το να υποστηρίζουν την άποψη ότι η “επιστήμη” είναι ένα ενιαίο σύνολο υπό επίθεση, υπηρετεί αυτούς που θέλουν τα χρήματα για επιστημονική έρευνα με λίγη διερεύνηση εκτός της κοινότητας. Ο κονστρουκτιβισμός στις κοινωνικές επιστήμες δεν θα έπρεπε να ανησυχεί τους επιστήμονες. Ο αληθινός κίνδυνος είναι η υλιστική αποδόμηση των προνομίων ενός προστατευμένου τομέα.

Ο Brian Martin έχει ασχοληθεί με την κριτική της επιστήμης από τα 1970, ειδικά με την καταστολή της πνευματικής διχόνοιας, των επιστημονικών διαμαχών στην στρατιωτική άμυνα.

Διεύθυνση συγγραφέα: Department of Science and Technology Studies, University of Wollongong, NEW 2522, Australia· e- mail: Brian@uow.edu.au

ΣΧΟΛΙΑ

Για παράδειγμα, Wray Herbert, “H επίθεση του προσωπικού υπολογιστή στην επιστήμη”, U.S. News &World Report (20 Φεβρουαρίου 1995), 64-65.

Eric Ashby, ‘Επιστήμη και Αντιεπιστήμη’, στο Paul Halmos (έκδοση), The Sociology of Science (Keele: Πανεπιστήμιο Keele, 1972), 209- 226· John Maddox, ‘Υπερασπίζοντας την επιστήμη κατά της Αντιεπιστήμης’, Nature, έκδοση 368 (17 Μαρτίου 1994), 185· John Passmore, Science and its Critics (Λονδίνο: Duckworth, 1978).

Για λογικά καθαρές αρθρώσεις αυτής της εξίσωσης: βλέπε σελ. 2-3, 8,14,23,27, 108, 148, 220, 223, 237, 238 και 252-53.

Αυτό το σημείο δίνεται στού Tom Gierin, ‘Policing STS: Μια εργασία ενθύμιο από την έκθεση Smithsonian ‘Η επιστήμη στην αμερικανική ζωή’, Science, Technology, & Human Values (1995, υπό έκδοση).

Οι Gross και Levitt αναφέρονται στην συγχώνευση της επιστήμης σε ένα αποκαλυπτικό κείμενο: ‘Η επιστήμη είναι, μετά από όλα, καλά ενσωματωμένη στον τεχνικό, βιομηχανικό, και στρατιωτικό μηχανισμό του καπιταλιστικού συστήματος· με τη σειρά, βασίζεται σε αυτό το σύστημα για την υλική βάση της συνεχιζόμενης προόδου του, τουλάχιστον σε αυτούς τους τομείς όπου μια σημαντική επένδυση χρημάτων είναι απαραίτητη για μια καρποφόρα έρευνα. Για τους επιστήμονες που εργάζονται στην κοιλιά του κτήνους, φυσικά, η κατάσταση δείχνει πιο περίπλοκη από αυτό. Στην πραγματικότητα, από διάφορες πλευρές, οι επιστήμονες και οι διανοούμενοι μπορούν ειλικρινά (και σωστά) να βλέπουν την παρούσα κουλτούρα ως ένα ιστορικό πρότυπο, σε βαθμό που καλλιεργεί και ενθαρρύνει την αυτονομία της σκέψης και την ελευθερία των ιδεών (47). Αυτό το συμπέρασμα μπορεί να κατανοηθεί από την άποψη της υπόθεσης ότι η ουσία της επιστήμης είναι η επιστημονική γνώση, που είναι η αντανάκλαση της φύσης.

Οι Gross και Levitt κάνουν κάποιες όμορφες συνοπτικές δηλώσεις της θετικιστικής θέσης, όπως ότι η επιστημονική πρακτική, ‘οδηγείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από την εσωτερική λογική του αντικειμένου και τα σκληρά περιγράμματα της πραγματικότητας’ (81) και ότι η ‘επιστήμη είναι, πάνω απ’ όλα, μια επιχείρηση που οδηγείται από την πραγματικότητα’(234).

Οι Gross και Levitt χρησιμοποιούν τον όρο “ακαδημαϊκή αριστερά” με ‘μεγάλο δισταγμό’ (2)· είναι ένας ‘ενοχλητικός όρος’ (3)· ζητούν συγγνώμη όταν ο όρος προκαλεί σύγχυση(9)· δεν είναι εύστοχος (37).

Σποραδικά χρησιμοποιούν στη θέση του τον όρο “μεταμοντέρνα αριστερά”(175, 250).

Βλέπε, για παράδειγμα, συνεισφορά στο Ζ Papers, εκδ.1, νούμ.4, (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1992).

Lydia Sargent (εκδ), Women and Revolution: A Discussion of the Unhappy Marriage of Marxism and Feminism (Βοστόνη: South End Press,1980).

Πολλοί σοσιαλιστές για πολύ καιρό ήταν υψηλά επικριτικοί του περιβαλλοντισμού: μια κλασσική πρώιμη δήλωση στο Hans Magnus Enzensberger, ‘Mια κριτική της πολιτικής οικολογίας’, New Left Review, νουμ. 84 (Μάρτιος-Απρίλιος 1974), 3-31. Ακόμη και σήμερα, πολλοί ριζοσπαστικοί περιβαλλοντιστές είναι αδιάφοροι στα στενά οριοθετημένα είδη σοσιαλισμού. Οι Gross και Levitt εστιάζουν στους ‘ριζοσπάστες’ που αντιτίθενται στην μοντέρνα τεχνολογία· η απόσταση αυτής της ομάδας από οποιαδήποτε μετριοπαθή ομάδα της ‘αριστεράς’ είναι τεράστια

Βλέπε για παράδειγμα, Everett Carll, Jr. and Seymoyr Martin Lipset, The Divided Academy: Professors and Politics (Νέα Υόρκη: Mc Graw - Hill, 1975).

Μεταξύ πολλών άλλων πηγών, βλέπε Robert Justin Goldstein, Political Repression in Modern America from 1870 to the Present (Cambridge, MA:Schenkam, 1978)· Bertell Ollman, Class Struggle is the Name of the Game: True Confessions of a Marxist Businessman (Νέα Υόρκη: William Morrow, 1983)· Michael Parenti, ‘Καταστολή στην ακαδημία:αναφορά από την περιοχή’, Politics and Society, εκδ. 1 (Αύγουστος 1971), 527-37.

Olga Amsterdamska ‘Σίγουρα αστειεύεστε, κύριε Latour!’ Science, Technology, &Human Values, εκδ. 15 (1990), 495- 504· Stewart Russel, ‘Η κοινωνική αποδόμηση των ευρημάτων: Μια ανταπόκριση στους Pinch και Bijker’, Social Studies of Science, εκδ.16 (1986), 331-46·Pam Scott, ‘Μοχλοί και μετρητές βαρών:Ένα επιστημονικό εργαστήριο που απέτυχε να εξυψώσει τον κόσμο’, εκδ. 21 (1991), 7-35· Steven Shapin, ‘Παρακολουθώντας τους επιστήμονες παντού’, Social Studies of Science, εκδ. 18 (1988), 533-50.

Μια άλλη πρόταση από το ίδιο άρθρο παρουσιάζεται στη σελ.286.

Με αυτή τη δομή οι Gross και Levitt ρυθμίζουν την αντίκρουσή τους για τον κονστρουκτιβισμό με το γνωστό ισχυρισμό ότι η ‘επιστήμη λειτουργεί’ (49, έμφαση στο πρωτότυπο· βλέπε ακόμη 112,141).

Sal Restivo, The Social Relations of Physics, Mysticism and Mathematics (Dordrecht: D. Reidel, 1983).

Στη δική μου περίπτωση, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, μεταξύ άλλων σημείων, με τις αντιλήψεις των υπερβολικών κριτικών για τους περιβαλλοντικούς κινδύνους μέσα στην περιβαλλοντική κίνηση των Gross και Levitt. Για μια περιβαλλοντική κριτική για την ημέρα της κρίσεως του περιβάλλοντος, βλέπε Alan Roberts, The Self - Managing Environment (Λονδίνο: Allison and Busby, 1979), κεφ. 1.

David Bloor, Knowledge and Social Imaginery (Λονδίνο: Routledge and Kegan Paul, 1976). O Bloor αναφέρεται ως ο - -‘κοινωνιολόγος που ταυτίζεται με τους άκαμπτους πολιτιστικούς κονστρουκτιβιστές της σχολής του Εδιμβούργου’ (52)- - αλλά μόνο μέσω της εργασίας του Stanley Aronowitz, του οποίου η μέθοδος, σύμφωνα με τους Gross και Levitt, είναι να παρουσιάζει τις απόψεις των φιλόσοφων της επιστήμης ‘εν συντομία και αινιγματικά’ (51).

Οι Gross και Levitt: Κάποιος μπορεί να αποδώσει τη δημοτικότητα του σχετικισμού, για παράδειγμα, τόσο στα ίχνη της παμφάγου ευπιστίας που παραμένει από τα εξήντα όσο και στα διαλεκτικά προσόντα σημαντικών διανοούμενων’ (223). Δεν κάνουν καμία προσπάθεια να χρησιμοποιήσουν ψυχολογικές ιδέες για να βοηθηθούν να καταλάβουν τη λειτουργία της επιστήμης (βλέπε Michael J. Mahoney, Scientist as Subject: The Psychological Imperative) (Cambridge, MA: Ballinger, 1976)· Mahoney, ‘Η ψυχολογία του επιστήμονα: Mιά εκτιμημένη επανάληψη’ Social Studies of Science, εκδ. 9 (1979), 349-75· Ian I. Mitroff, The Subjective Side of Science: A Philosophical Inquiry into the Psychology of the Apollo Moon Scientists (Άμστερνταμ: Elsevier 1974). Θεωρούν ότι οι ‘ιδεολογικές δεσμεύσεις’ υποσκάπτουν την εργασία αυτών που επιχειρούν μια κριτική για την επιστήμη αλλά δεν κάνουν παρόμοια παρατήρηση όσον αφορά τις δεσμεύσεις των φυσικών επιστημόνων.

Gross και Levitt: ‘αφού δείχνει να έχει ξεχαστεί στην παρούσα αύξηση της αντιιθεσμικοποίησης, η διεκδίκηση δεν είναι απόδειξη.

Billie Wright Dziech και Linda Weiner, The Lecherous Professor: Sexual Harassment on Campus (Βοστόνη: South and Press, 1984)· Martha R. Fowlkes, Behind Every Successful Man: Wives of Medicine and Academe (Νέα Υόρκη:Columbia University Press, 1980)· Michele A. Paludi (εκ.) Ivory Power: Sexual Harassment on Campus (Albany: State University of New York Press, 1990)· Diana E.H. Russell, Sexual Exploitation: Rape, Child Sexual Abuse, and Workplace Harassment (Beverly Hills: Sage, 1984).

Βλέπε τα περιοδικά Radical Science Journal, Science for People, Science for the People και Rita Arditti, Pat Brennan και Steve Cavrak, Science and Liberation (Βοστόνη: South End Press,1980),Hilary Rose και Steven Rose, The Political Economy of Science Ideology of/ in the Natural Sciences (Λονδίνο: Macmillan, 1976)· Rose και Rose, The Radicalisation of Science: Ideology of/ in the Natural Sciences (Λονδίνο, Μacmillan, 1976). Οι πολιτικές κριτικές της επιστήμης επίσης κοινά αγνοούνται, όπως υποστηρίζω στου Brian Martin, ‘ Η κριτική της επιστήμης γίνεται ακαδημαϊκή’, Science, Technology, &Human Values, έκδ. 18 (1993), 247-59.

Οι Gross και Levitt παραδέχονται ότι το επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας και η κατεύθυνση της επιστημονικής προόδου μπορεί να επηρεαστεί από κοινωνικούς παράγοντες (43-44, 234).Ακόμη αυτός ο ‘ασθενής πολιτιστικός κονστρουκτιβισμός’ είναι η βάση για όλες σχεδόν τις προκλήσεις της επικρατούσας επιστήμης και της τεχνολογίας των φεμινιστών, των περιβαλλοντολόγων και άλλων κοινωνικά δραστήριων.

Thomas F. Gieryn, ‘Σύνορα της Επιστήμης’ στων Sheila Jasanoff, Gerald E. Markle, James C. Petersen και Trevor Pinch, Handbook of Science and Technology Studies (Thousand Oaks, CA: Sage, 1995), 393-443. .

ΓΛΩΣΣΑ (DISCOURSE) ΚΑΙ ΜΑΘΗΣΗ: ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ



ΓΛΩΣΣΑ (DISCOURSE) ΚΑΙ
ΜΑΘΗΣΗ: ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ


James V. Wertsch

Η άποψη ότι η μάθηση και η εξέλιξη είναι έμφυτα κοινωνικές βρίσκεται στο προσκήνιο στις μέρες μας. Αντί να περιορίσουμε την εστίαση μας στο άτομο όταν μελετάμε τη γνωστικότητα και άλλες μορφές νοητικών διαδικασιών, συνειδητοποιήσαμε ότι οι βασικές πλευρές της νοητικής λειτουργίας μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο όταν εξετάσουμε τα κοινωνικά πλαίσια στα οποία εμπεριέχονται. Για πολλούς επαγγελματίες στην εκπαίδευση αυτό δεν αποτελεί κάτι νέο. Όμως μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής και ψυχολογικής θεωρίας δεν μπορεί ακόμα να ασχοληθεί με αυτά τα ζητήματα με σοβαρό τρόπο.

Ένας από τους λόγους για τις αδύναμες θεωρητικές συγκροτήσεις σε αυτόν τον τομέα είναι ότι η εστίαση στη κοινωνική σύνθεση της νοητικής λειτουργίας απαιτεί να ξεπεράσουμε τα πειθαρχικά όρια. Όμως αντί να θεωρούμε κάτι τέτοιο ως εμπόδιο, πιστεύουμε ότι είναι μια ευκαιρία. Είναι μια ευκαιρία να αφομοιώσουμε μεθόδους και μέρη γνώσης που έχουν διαχωριστεί τεχνητά από πειθαρχικά όρια και είναι μια ευκαιρία που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εάν πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά το πως η θεωρία και η πρακτική στην εκπαίδευση μπορούν να ενημερώσουν η μία την άλλη.

Απευθυνόμαστε σ’ αυτά τα ζητήματα ακολουθώντας μια “κοινωνικοπολιτιστική προσέγγιση στη διαμεσολαβητική πράξη” (Wertsch, 1991). Ένας βασικός ισχυρισμός αυτής της προσέγγισης είναι ότι η νοητική λειτουργία θεωρείται πως είναι έμφυτα τοποθετημένη όσον αφορά τα πολιτιστικά, ιστορικά και θεσμικά πλαίσια. Έτσι εστιάζει σε ζητήματα όπως πως διαφέρει η σκέψη των παιδιών στην Αμερική και την Ιαπωνία όταν προσεγγίζουν ένα πρόβλημα, πως διαφέρουν οι διαδικασίες αριθμητικού υπολογισμού που χρησιμοποιούνται από τους σημερινούς μαθητές από αυτές που χρησιμοποιούταν από τους μαθητές 50 χρόνια πριν ή πως διαφέρουν οι υπολογισμοί των παιδιών στην Βραζιλία όταν βρίσκονται στο σχολείο και όταν βρίσκονται στην αγορά (Saxe, 1988)

Η εστίαση μας στην κοινωνικοπολιτιστική τοποθέτηση μιας μεσολαβητικής πράξης δεν αντανακλά μια υπόθεση ότι δεν υπάρχει χώρος για παγκόσμιους παράγοντες στην μελέτη της ψυχολογίας ή της εκπαίδευσης. Κατά την άποψη μας οι παγκόσμιες σταθερές υπάρχουν και παίζουν έναν σημαντικό ρόλο σε οποιαδήποτε ανάλυση κατανόησης των νοητικών διαδικασιών που αναπτύσσουμε τελικά. Τουναντίον, η εστίαση μας στην κοινωνικοπολιτιστική τοποθέτηση προέρχεται από την πεποίθηση μας ότι η παγκοσμιότητα που έχει κυριαρχήσει τόσο πολύ στην ψυχολογία σήμερα καθιστά πάρα πολύ δύσκολο το να ασχοληθούμε με έναν θεωρητικά ωθούμενο τρόπο με το πως η ανθρώπινη δράση τοποθετείται σε πολιτιστικά, ιστορικά και θεσμικά πλαίσια.

Κατά την άποψη μας η κοινωνικοπολιτιστική τοποθέτηση δεν είναι ένα θέμα το οποίο μπορούμε να δούμε με την έννοια των “μεταβλητών” ώστε να προστεθεί σε ένα βασικό μοντέλο του “ατομιστικού” ανθρώπου (Taylor, 1985) ο οποίος θεωρείται πως λειτουργεί “in vacuo” (Rommetveit, 1979). Αντίθετα η προέλευση και ο ορισμός των νοητικών διαδικασιών θεωρούνται πως βασίζονται σε κοινωνικοπολιτιστικά σκηνικά. Όπως στην “πολιτιστική ψυχολογία” της οποίας τις βασικές αρχές έχει δώσει ο Shweder (1990), δίνεται αναλυτική προτεραιότητα στις κοινωνικοπολιτιστικές διαδικασίες κατά την κατανόηση της ατομικής νοητικής λειτουργίας και όχι το αντίστροφο.

ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ VYGOTSKY

Η κοινωνικοπολιτιστική προσέγγιση στην μεσολαβητική πράξη, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας δίνουμε εδώ έχει πολλές απ’ τις ρίζες της σε ιδέες που αναπτύχθηκαν από τον Σοβιετικό ψυχολόγο, σημειωτικό και παιδαγωγό Vygotsky, καθώς και από συναδέλφους και μαθητές του (π.χ. Leont’ev, 1981, Luria, 1976). Όπως έχει ειπωθεί αλλού (Wertsh, 1985b) τα γραπτά του Vygotsky μπορεί να γίνουν κατανοητά ως προς τρία γενικά θέματα : α) Τη χρήση μια γενετικής (αναπτυξιακής) μεθόδου, β) Τον ισχυρισμό ότι οι απαραίτητες όψεις της νοητικής λειτουργίας στο άτομο προέρχονται από την κοινωνική ζωή και γ) Τον ισχυρισμό ότι το κλειδί για την κατανόηση της ανθρώπινης δράσης και στα κοινωνικά και στα ατομικά πλαίσια είναι η κατανόηση των εργαλείων και των σημείων που τη “μεσολαβούν”.

Γενετική μέθοδος

Μια μεγάλη ομάδα θεωριών της γλωσσικής μάθησης είναι οι βιολογικές – γενετικές θεωρίες. ΟΙ θεωρίες αυτές επηρεασμένες από τη φιλοσοφία του ορθολογισμού , ουσιαστικά αποτελούν τον αντίποδα των εμπειριοκρατικών θεωριών υποστηρίζοντας τον καθοριστικό ρόλο του έμφυτου παράγοντα και της βιολογικο - γνωστικής ωριμότητας στη μάθηση της γλώσσας. Η διαμόρφωση των βιολογικών – γενετικών θεωριών οφείλεται στη εργασία γλωσσολόγων και ψυχολόγων οι οποίοι , εντυπωσιασμένο από την καθολικότητα , την κανονικότητα και την ταχύτητα της μάθησης της πραγματικά πολυσύνθετης γλωσσικής λειτουργίας , υποστήριξαν την άποψη για την ύπαρξη μιας γενετικά προκαθορισμένης ή έμφυτης προδιάθεσης των ανθρώπων να μάθουν την γλώσσα . Η άποψη αυτή είναι εμφανής στις εργασίες διακεκριμμένων μελετητών της ανθρώπινης γλώσσας , όπως τoν Jean Piaget , του Noam Chomsky και του Erick Lenneberg , οι οποίοι μελετώντας αντίστοιχα την ανάπτυξη της νοητικής λειτουργίας του παιδιού , τη δομή της γλώσσας και το βιολογικό υπόβαθρό της , κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το ανθρώπινο είδος έχει εσωτερικά (έμφυτα) προγραμματισμένη την απόκτηση της γλώσσας , η οποία πραγματοποιήται ευκολότερα όταν το περιβάλλον στο οποίο ζεί το παιδί συμβάλει θετικά.

Για να διαμορφώσει τις ιδέες του για μια γενετική μέθοδο ο Vygotsky άντλησε από αρκετές θεωρητικές παραδόσεις. Πρώτον, λόγω του ότι ο σκοπός του ήταν να δημιουργήσει μια Μαρξιστική ψυχολογία, μπορούμε να δούμε τις επιδράσεις του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτό ισχύει περισσότερο με θέματα όπως η ιστορική ανάπτυξη της σκέψης. Όμως όπως σημείωσε ο Wertsch (1985 á) οι διαμορφώσεις του Vygotsky τυπικά ήταν μια σύνθεση πολλαπλών θεωρητικών ρευμάτων. Με σεβασμό στις ιδέες του για την γενετική μέθοδο η επιρροή των ψυχολογικών και φιλοσοφικών λογίων του καιρού του, πολλών μη Μαρξιστών, είναι εμφανής. Για παράδειγμα, οι ιδέες του Werner (1948) για τη διαφοροποίηση είναι εμφανείς και ο Piaget (1952) είχε μεγάλη επιρροή σε πολλά από αυτά που έγραψε ο Vygotsky. Φυσικά μεγάλες διαφορές ξεχωρίζουν τον Vygotsky από αυτούς και άλλους θεωριστές, αλλά ένα κοινό σημείο μεταξύ τους είναι η υπόθεση ότι μια γενετική μέθοδος παρέχει την πιο κατάλληλη αν όχι τη μόνη βάση για την προσέγγιση πολλών ζητημάτων στην ψυχολογία.

Κατά την άποψη του Piaget ο εγωκεντρικός λόγος μετά το 7ο έτος της ηλικίας παραχωρεί την θέση του στον επικοινωνιακό λόγο, κατά την άποψη του Vygotsky ο εγωκεντρικός λόγος εσωτερικοποιείται και γίνεται εσωτερική γλώσσα.

Εν ολίγοις η γενετική κατεύθυνση του Vygotsky επιβεβαίωσε ότι είναι πιθανό να καταλάβουμε πολλές όψεις της νοητικής λειτουργίας μόνο αν καταλάβουμε την προέλευση τους και τις μεταβολές που έχουν υποστεί.

Για να συμπεριλάβουμε στην έρευνα τη διαδικασία ανάπτυξης ενός δεδομένου πράγματος σε όλες τις φάσεις και τις αλλαγές της - από τη γέννηση ως το θάνατο - βασικά σημαίνει να ανακαλύψουμε τη φύση του, την ουσία του γιατί “μόνο κατά την κίνηση ένα σώμα μας δείχνει τι είναι”. Έτσι, η ιστορική [με την ευρύτερη έννοια της “ιστορίας”] μελέτη της συμπεριφοράς δεν είναι μια βοηθητική όψη της θεωρητικής μελέτης, αλλά μάλλον αποτελεί την ίδια της τη βάση (Vygotsky, 1978, σελ. 64-65).

Από αυτήν την άποψη οι προσπάθειες να ξεδιαλύνουμε τη φύση των νοητικών διαδικασιών αναλύοντας μόνο τα στατικά προϊόντα της εξέλιξης θα είναι συχνά παραπλανητικές. Αντί να αναγνωρίσουμε σωστά διάφορες όψεις αυτών των διαδικασιών ως προκύπτουσες από την γενετική αλλαγή την οποία έχουν υποστεί, τέτοιες προσπάθειες μπορεί να παραπλανηθούν από την εμφάνιση “απολιθωμένων”, μορφών συμπεριφοράς (Vygotsky, 1978).

Ο Vygotsky ασχολήθηκε με πολλά “γενετικά πλαίσια” στα γραπτά του (Wertsch, 1985 b). Για παράδειγμα ενδιαφέρθηκε για το πως η ανθρώπινη νοητική λειτουργία προκύπτει από τις φυλογενετικές της καταβολές και πως αλλάζει με την κοινωνικοπολιτιστική ιστορία. Όμως, η μεγαλύτερη από την εμφανή του έρευνα εστιάστηκε σε έναν τομέα : η ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ζωής ή οντογένεση. Αυτό συνέβη όχι μόνο γιατί η οντογένεση παρέχει κάποια από τα πιο “προσιτά” αντικείμενα για εμπειρική έρευνα στην ψυχολογία, αλλά κυρίως λόγω των πρωταρχικών πρακτικών ενδιαφερόντων που καθοδήγησαν το περισσότερο απ’ το έργο του (cf. Wertsch & Youniss, 1987). Τα κυρίαρχα ανάμεσα σ’ αυτά τα πρακτικά ενδιαφέροντα ήταν η μόρφωση των παιδιών και η παροχή υπηρεσιών αποκατάστασης για ανθρώπους με προβλήματα αναπηρίας.

Κοινωνικές καταβολές της υψηλότερης νοητικής λειτουργίας

Το δεύτερο γενικό θέμα που βρίσκεται στα γραπτά του Vygotsky (1981 b) είναι ο ισχυρισμός ότι η υψηλότερη (κυρίως ανθρώπινη) νοητική λειτουργία έχει τις καταβολές της σε κοινωνικές διαδικασίες και διατηρεί μια “ημι-κοινωνική” φύση.

Η ερμηνεία του Vygotsky στο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και σκέψης :Η γλώσσα εξυπηρετεί δυο βασικούς σκοπούς .Πρώτον , καθιστά δυνατή τη διεκπεραίωση της εξωτερικής επικοινωνίας του ατόμου που χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τους συνανθρώπους του ,και δεύτερο συμβάλει στην εσωτερική τακτοποίηση των σκέψεών του . Η διττή αυτή λειτουργία της γλώσσας αποτελεί ένα πρόσθετο διαφοροποιητικό στοιχείο του ανθρώπου από τα ζώα ,μιας και του δίνει τη δυνατότητα να μεταφράζει τη σκέψη του σε γλώσσα και τη γλώσσα του σε σκέψη .

Σαν τον Mead (1934), ο οποίος ταυτόχρονα αλλά αρκετά ανεξάρτητα ανέπτυσσε παρόμοιες ιδέες σ’ αυτό το θέμα στις ΗΠΑ, ο Vygotsky (1979) πίστευε ότι “η κοινωνική διάσταση της συνείδησης είναι κυρίως στο χρόνο και στο γεγονός. Η ατομική διάσταση της συνείδησης είναι παράγωγη και δευτερεύουσα” (σελ. 30). Αυτός ο ισχυρισμός βρισκόταν καθαρά με διάφορους τρόπους σε όλο το έργο του Vygotsky, αλλά για τους σκοπούς μας η πιο κατανοητή φανερή διαμόρφωση του μπορεί να βρεθεί στο “γενικό γενετικό νόμο της πολιτιστικής ανάπτυξης” του Vygotsky (1981 b) :

Οποιαδήποτε λειτουργία στην πολιτιστική ανάπτυξη του παιδιού εμφανίζεται δύο φορές ή σε δύο επίπεδα. Πρώτα εμφανίζεται σε κοινωνικό επίπεδο και μετά σε ψυχολογικό επίπεδο. Πρώτα εμφανίζεται στους ανθρώπους σαν μια εξωψυχολογική κατηγορία και μετά στο παιδί σαν μια ενδοψυχολογική κατηγορία. Αυτό αληθεύει εξίσου όσον αφορά την εθελοντική προσοχή, τη λογική μνήμη, το σχηματισμό εννοιών και την ανάπτυξη της θέλησης ... Δεν χρειάζεται να πούμε ότι η εσωτερικοποίηση αλλάζει την ίδια τη διαδικασία και αλλάζει τη δομή της και τις λειτουργίες της. Οι κοινωνικές σχέσεις ή οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους γενετικά βρίσκονται κάτω από όλες τις υψηλότερες λειτουργίες και τις σχέσεις τους. (σελ.163).

Ο γενικός γενετικός νόμος της πολιτιστικής ανάπτυξης αντανακλά μια περισσότερο ριζοσπαστική προοπτική από αυτή που συχνά αναγνωρίζεται. Δεν βεβαιώνει απλά ότι η νοητική λειτουργία στο άτομο προκύπτει από τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Αντιθέτως συνεπάγεται έναν επαναπροσδιορισμό της ίδιας της έννοιας της νοητικής λειτουργίας. Όπως χρησιμοποιούνται στην σύγχρονη ψυχολογία, τουλάχιστον στην Δύση όροι όπως μνήμη, γνωστικότητα και προσοχή, υποθέτουμε αυτόματα πως ισχύουν στο άτομο. Αυτή η υπόθεση βασίζεται στο γεγονός ότι για να εφαρμόσουμε αυτούς τους όρους σε διαδικασίες ομάδων πρέπει να τους συνάψουμε έναν τροποποιητή. Έτσι πολλοί μελετητές έχουν αρχίσει πρόσφατα να μελετούν διαδικασίες όπως την κοινωνικά μοιρασμένη γνωστικότητα (Resnick, Levine, & Teasley, 1991) και την συλλεκτική μνήμη (Middleton, 1987). Μια βασική υπόθεση που βρίσκεται κάτω από αυτές τις προσπάθειες είναι ότι όροι όπως η γνωστικότητα και η μνήμη αυτόματα ισχύουν για το άτομο μόνο, αν δεν έχουν σημειωθεί αλλιώς.

Σε αντίθεση με αυτές τις υποθέσεις η διαμόρφωση του Vygotsky σχετικά με το γενικό γενετικό νόμο της πολιτιστικής ανάπτυξης προϋποθέτει ότι οι νοητικές λειτουργίες όπως η μνήμη και η σκέψη εμφανίζονται και στο ενδονοητικό και στο εξωνοητικό επίπεδο. Τα σαφή όρια που η σύγχρονη ψυχολογία υποθέτει ότι υπάρχουν ανάμεσα σε δύο άτομα και ανάμεσα στις ατομικές και κοινωνικές διαδικασίες δεν είναι μέρος της προσέγγισης του Vygotsky. Με μια βασική έννοια οι ίδιες νοητικές λειτουργίες εμφανίζονται στα ατομικά και κοινωνικά επίπεδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ατομικό επίπεδο είναι απλό και απευθείας αντίγραφο του κοινωνικού. Η άποψη του Vygotsky σχετικά με τις γενετικές μεταμορφώσεις που περιλαμβάνονται στην εσωτερικοποίηση μας προειδοποιεί για μια τέτοια άποψη. Όμως σημαίνει ότι οι διαδικασίες και οι δομές των δύο επιπέδων λειτουργίας είναι έμφυτα συνδεδεμένες μέσω της γενετικής μεταμόρφωσης.

Για αυτόν τον λόγο ο Vygotsky εστίασε τόσο πολύ την προσοχή του σε ζητήματα όπως ο εσωτερικός λόγος.

Η εσωτερική λειτουργία της γλώσσας (η λειτουργία που συμβάλει στην τακτοποίηση της σκέψης )που γίνεται το μέσον ενδοεπικοινωνίας του ατόμου

Πολλά απ’ αυτά που ασχολούμαστε σήμερα όσον αφορά τη γνωστικότητα, την επεξεργασία πληροφοριών κ.α. θα εξηγούνταν από τον Vygotsky από την άποψη του εσωτερικού λόγου. Η κύρια διαφορά είναι ότι διατυπώνοντας μια ανάλυση αυτών των όρων θα εστιάσουμε στα ψυχολογικά φαινόμενα με ένα τέτοιο τρόπο όπου οι κοινωνικές τους καταβολές θα βρίσκονται στον πυρήνα της ανάλυσης. Σύμφωνα με τον Vygotsky (1981 b) “Ακόμα και όταν στρεφόμαστε στις νοητικές (εσωτερικές) διαδικασίες, η φύση τους παραμένει ημι-κοινωνική. Στην ατομική τους σφαίρα, οι άνθρωποι διατηρούν τις λειτουργίες της κοινωνικής επικοινωνίας (σελ. 164).

Διαμεσολάβηση

Το τρίτο θέμα στην προσέγγιση του Vygotsky είναι ο ισχυρισμός ότι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της ανθρώπινης νοητικής λειτουργίας (και στο ενδονοητικό και στο εξωνοητικό επίπεδο) είναι ότι διαμεσολαβείτε ή ρυθμίζετε από όργανα και σημεία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα σημεία που αποτελούσαν μια ευρύτατη κατηγορία ρυθμιστικών μέσων που χρησιμοποιούνταν για να οργανώσουν την δράση κάποιου ατόμου ή των άλλων - σημεία όπως διάφορες μορφές ομιλίας ή “κοινωνικές γλώσσες” (Wertsch, 1991), μαθηματικά συστήματα, διαγράμματα ή μια κλωστή περασμένη στο δάχτυλο κάποιου.

Ένα βασικό σημείο που καθοδήγησε όλο το έργο του Vygotsky ήταν ότι η προσθήκη των σημείων στην πράξη μεταμορφώνει βασικά τη πράξη. Αντί να διευκολύνει απλά την πράξη που θα είχε γίνει στην απουσία αυτών των διαμεσολαβητικών μέσων ή ψυχολογικών οργάνων,

Προστιθέμενα στη διαδικασία της συμπεριφοράς, το ψυχολογικό όργανο αλλάζει όλη τη ροή και τη δομή των νοητικών λειτουργιών. Αυτό γίνεται καθορίζοντας τη δομή μιας νέας πράξης, όπως το τεχνικό εργαλείο μετατρέπει τη διαδικασία φυσικής προσαρμογής καθορίζοντας τη μορφή των κουραστικών λειτουργιών (Vygotsky, 1981 α, σελ. 137).

Όπως συνέβη με την περίπτωση του γενικού γενετικού νόμου της πολιτιστικής ανάπτυξης, ο Vygotsky έκανε έναν πιο ριζοσπαστικό ισχυρισμό απ’ ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ισχυρίστηκε ότι το είδος της νοητικής λειτουργίας που μας κάνει ανθρώπους περιλαμβάνει έμφυτα τη χρήση διαμεσολαβητικών μέσων καθώς και το πρόσωπο (στην ενδονοητική λειτουργία) ή τα πρόσωπα (στην εξωνοητική λειτουργία) που τα χρησιμοποιούν. Η έννοια του ποιητικού αιτίου, ή ποιος κάνει μια πράξη, προεκτάθηκε για να συμπεριλάβει περισσότερα από ένα άτομα (ή ακόμα και ομάδες ατόμων). Ο κατάλληλος ορισμός του ποιητικού αιτίου είναι “άτομο(α) που λειτουργούν με διαμεσολαβητικά μέσα”. Στη θέση αυτού του ορισμού θα χρησιμοποιούμε τον όρο “διαμεσολαβητικό ποιητικό αίτιο” όταν ασχολούμαστε με αυτό που είναι υπεύθυνο για την διεξαγωγή μιας διαμεσολαβητικής πράξης. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο ελπίζουμε να διατηρήσουμε τον ισχυρισμό ότι είναι παραπλανητικό το να εστιάζουμε μόνο στο άτομο ή στα διαμεσολαβητικά μέσα.

Το διαμεσολαβητικό μέσο που κατέλαβε το κεντρικό στάδιο στην προσέγγιση του Vygotsky ήταν η φυσική γλώσσα. Αυτή η εστίαση τον οδήγησε να παράγει περιγραφές της ανάπτυξης εννοιών και της μετάβασης από το κοινωνικό στο εγωκεντρικό στον εσωτερικό λόγο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες χρησιμοποίησε μια γενετική μέθοδο για να εντοπίσει τις κοινωνικές καταβολές της ατομικής νοητικής λειτουργίας εξετάζοντας συγκεκριμένες μορφές και λειτουργίες της γλώσσας (π.χ. Wertsch, 1985 b). Όπως είναι φανερό από την ευρεία κλίμακα προσφάτων μελετών που προκλήθηκαν από τους ισχυρισμούς του Vygotsky (π.χ. Moll 1990, Rogoff 1990, Rogoff & Wertsch 1984), αυτοί οι ισχυρισμοί ήταν πολύ ισχυροί.

Όμως, όπως σημειώθηκε από τον Wertsch (1991), υπάρχει τουλάχιστον μια βασική αδυναμία σ’ αυτούς τους ισχυρισμούς που πρέπει να διερευνηθεί. Αυτή είναι ότι στην περιγραφή των κοινωνικών καταβολών της ατομικής νοητικής λειτουργίας, ο Vygotsky εξίσωνε την κοινωνική με την εξωνοητική λειτουργία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του εύρους των κοινωνικών φαινομένων με τα οποία ασχολούμαστε όταν εξετάζουμε τις κοινωνικές καταβολές της ατομικής νοητικής λειτουργίας. Αντί να αναγνωρίσει ότι η εξωνοητική λειτουργία τοποθετείται πάντα όσον αφορά τα πολιτιστικά, ιστορικά και θεσμικά πλαίσια, ο Vygotsky συχνά θεωρούσε πως προκύπτει ουσιαστικά στην ίδια μορφή. Μια τέτοια υπόθεση είναι σαφώς αντιθετική με τους στόχους μιας κοινωνικοπολιτιστικής προσέγγισης στη διαμεσολαβητική πράξη, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας δώσαμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου και έρχεται σε αντιπαράθεση με την διατυπωμένη επιθυμία του Vygotsky να κατανοήσει την ανθρώπινη νοητική λειτουργία όπως εμφανίζεται σε διάφορα ιστορικά, πολιτιστικά και θεσμικά πλαίσια.

Η ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΟΥ VYGOTSKY : Ο “ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΔΥΪΣΜΟΣ” ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Όπως περιέγραψε ο Wertsch (1991) o Vygotsky φαίνεται πως κινείται προς τη διόρθωση αυτής της αδυναμίας στην προσέγγιση του προς το τέλος της ζωής του. Για παράδειγμα, όπως είναι προφανές στις διαφορές μεταξύ των κεφαλαίων 5 και 6 του βιβλίου “Σκέψη και Λόγος” (1987), έδωσε έμφαση στο ότι η περιγραφή των κοινωνικών καταβολών της ενδονοητικής λειτουργίας ενός παιδιού πρέπει να λάβει υπόψη τα μοναδικά χαρακτηριστικά μιας επικοινωνίας ενήλικα - παιδιού όπως προκύπτει σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο : επίσημη διδασκαλία. Η γενική παρατήρηση του ήταν ότι αυτή η μορφή επικοινωνίας διαφέρει απ’ αυτή που συναντάει ένα παιδί σε άλλο περιβάλλον και επομένως η δεξιοτεχνία και η εσωτερικοποίηση μπορεί να αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα μια μοναδική μορφή ενδονοητικής λειτουργίας.

Για να δείξουμε τι συνεπάγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός πρέπει να δώσουμε μια πιο πλούσια περιγραφή των διαφόρων ειδών των κοινωνικοπολιτιστικά τοποθετημένων ενδονοητικών λειτουργιών που ενέχονται. Ο Wertsch έχει ασχοληθεί με αυτό το θέμα επικαλούμενος ορισμένες από τις ιδέες του Bakhtin (1984, 1986) σχετικά με τις κοινωνικές γλώσσες. Μια κοινωνική γλώσσα είναι μια παραλλαγή μιας “εθνικής γλώσσας” όπως τα Αγγλικά ή τα Ισπανικά που μιλιούνται από μια συγκεκριμένη ομάδα. Για παράδειγμα, στην περιγραφή του της “γλωσσολογικής διαστρωμάτωσης”, ο Bakhtin έγραψε για κοινωνικές γλώσσες που μιλιούνται από συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών (δικηγόροι, γιατροί), από διαφορετικές γενιές κ.α.

Η προέκταση που έκανε ο Bakhtin στο βασικό πλαίσιο του Vygotsky που σχετίζεται ιδιαίτερα με τους σκοπούς μας μπορεί να βρεθεί στα γραπτά του Σοβιετικού σημειωτιστή Yuri Lotman. Ο Lotman (1988) ισχυρίστηκε ότι δύο λειτουργίες είναι χαρακτηριστικές για όλα τα κείμενα. Ο “λειτουργικός δυϊσμός” που έχει ως όραμα περιλαμβάνει αυτό που θα ονομάσουμε μονοφωνική λειτουργία από τη μια και διαλογική λειτουργία από την άλλη. Η μονοφωνική λειτουργία εστιάζεται στο πως είναι πιθανό “να μεταφέρουμε νοήματα επαρκώς” (σελ. 34), και η διαλογική λειτουργία ασχολείται με το πως είναι πιθανό “να δημιουργήσουμε νέα νοήματα (σελ. 34).

Η πρώτη λειτουργία εκπληρώνεται καλύτερα όταν οι κώδικες του ομιλητή και του ακροατή συμπίπτουν και επομένως όταν το κείμενο έχει το μέγιστο βαθμό μονοφωνίας. Ο ιδανικός οριακός μηχανισμός για μια τέτοια λειτουργία θα ήταν μια τεχνητή γλώσσα και ένα κείμενο σε μια τεχνητή γλώσσα ... Εφόσον αυτή η όψη του κειμένου διαπλάθεται πιο εύκολα με τα μέσα που έχουμε στη διάθεση μας, αυτήν την όψη του κειμένου έχουμε παρατηρήσει περισσότερο. Έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και κατά καιρούς έχει ταυτιστεί με το κείμενο, σκιάζοντας όλες τις άλλες όψεις (Lotman, 1988, σελ. 34-35).

Το είδος της μονόπλευρης εστίασης που παρατηρείται από τον Lotman είναι παρόμοιο με αυτό που επέκρινε ο Reddy (1979) στην περιγραφή του σχετικά με την “αγωγό μεταφορά (conduit metaphor)” της επικοινωνίας. Κατά την άποψη του Reddy αυτή η δυνατή αλλά παραπλανητική μεταφορά βρίσκεται κάτω από πολλές σύγχρονες θεωρίες επικοινωνίας που δίνουν έμφαση στην κωδικοποίηση, την μετάδοση, την αποκωδικοποίηση κ.α.

Σε αντίθεση με την πρώτη λειτουργία του κειμένου που μοιάζει με μετάδοση - μια λειτουργία που “απαιτεί μέγιστη σημειωτική διάταξη και δομική ομοφωνία των μέσων που χρησιμοποιούνται στην διαδικασία της λήψης και της μετάδοσης” (Lotman, 1988, σελ. 41) η δεύτερη λειτουργία του κειμένου βασίζεται στο είδος της πολυφωνίας ή της διαλογικότητας που απασχόλησε τόσο πολύ τον Bakhtin. Σύμφωνα με τον Lotman:

Η δεύτερη λειτουργία του κειμένου είναι να δημιουργήσει νέα νοήματα. Από αυτήν την άποψη το κείμενο παύει να είναι ένας παθητικός σύνδεσμος στη μεταφορά κάποιων σταθερών πληροφοριών μεταξύ του αποστολέα και του λήπτη. Ενώ στην πρώτη περίπτωση μια διαφορά ανάμεσα στο μήνυμα της εισόδου και στο μήνυμα της εξόδου ενός κυκλώματος πληροφοριών μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα ενός ελαττώματος στο κανάλι επικοινωνιών, και αυτό αποδίδεται στις τεχνικές ατέλειες αυτού του συστήματος, στη δεύτερη περίπτωση μια τέτοια διαφορά είναι αυτή καθεαυτή η ουσία μιας λειτουργίας ενός κειμένου ως “επινόηση σκέψης”. Αυτό που από την πρώτη άποψη είναι ένα ελάττωμα, από τη δεύτερη είναι μια νόρμα, και το αντίθετο (σελ. 36-37).

Κατά την άποψη του Lotman, και οι δύο λειτουργίες του κειμένου μπορεί να βρεθούν σε οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτιστικό σκηνικό, αλλά είτε το ένα είτε το άλλο κυριαρχεί σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας ή γενικά κατά την διάρκεια ορισμένων περιόδων στην ιστορία. Για παράδειγμα, ισχυρίστηκε ότι

Ο μηχανισμός της ταύτισης, η εξάλειψη των διαφορών και το να δώσουμε σε ένα κείμενο το status του προτύπου, δεν εξυπηρετούν απλώς ως μια αρχή που εγγυάται ότι ένα μήνυμα θα ληφθεί επαρκώς σε ένα σύστημα επικοινωνίας : εξίσου σημαντική είναι η λειτουργία του να παρέχει μια κοινή μνήμη για την ομάδα, να τη μετατρέπει από ένα μη δομημένο πλήθος σε “une persone morale”, σύμφωνα με την έκφραση του Rousseau. Αυτή η λειτουργία είναι ιδιαιτέρως σημαντική σε αναλφάβητους πολιτισμούς και σε πολιτισμούς με μια κυρίαρχη μυθολογική συνείδηση, αλλά τείνει επίσης να είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε οποιοδήποτε πολιτισμό (σελ. 35).

Η περιγραφή του Lotman (1988) σχετικά με τον λειτουργικό δυϊσμό υπονοεί ότι όταν ένα κείμενο εξυπηρετεί μια διαλογική λειτουργία δεν μπορεί να γίνει επαρκώς κατανοητό σύμφωνα με το μοντέλο μετάδοσης της επικοινωνίας. Αυτό συμβαίνει γιατί το μοντέλο μετάδοσης προϋποθέτει ότι ένα απλό, μονοφωνικό μήνυμα μεταδίδεται από τον αποστολέα στον λήπτη, ενώ οι Lotman και Bakhtin θεώρησαν ότι η διαδικασία περιελάμβανε πολλαπλές φωνές από την αρχή. Όπως παρατήρησε ο Wertsch (1991) o Bakhtin ισχυρίστηκε ότι η ίδια η διαδικασία της κατανόησης είναι αυτή όπου ο ενεργός ακροατής “προσπαθεί να ταιριάξει τη λέξη του ομιλητή με μια αντίθετη λέξη” (Volosinov, 1973, σελ. 102).

Οι αντιλήψεις του Lotman και Bakhtin σχετικά με τη φύση της διαλογικότητας υπονοούν ότι τα μοντέλα επικοινωνίας που βασίζονται σε μια ομοκατευθυντική μετάδοση των μηνυμάτων δεν μπορούν να τροποποιηθούν με κανένα απλό τρόπο για να ασχοληθούν με το ζήτημα των κειμένων ως επινοήσεις σκέψης. Κάτι που φαίνεται να ασχολείται μ’ αυτό το θέμα είναι το να ακολουθήσουμε την κοινή πρακτική του να φτιάχνουμε τόξα σε ένα μοντέλο μετάδοσης και προς τις δύο κατευθύνσεις, αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα ότι ένα απλό μονοφωνικό μήνυμα προϋποθέτεται ως η βαθύτερη διαδικασία. Κατά την άποψη του Lotman (1988) μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι υποστηρίξιμη γιατί “Η κύρια δομική ιδιότητα ενός κειμένου σ’ αυτή τη δεύτερη λειτουργία είναι η εσωτερική του ετερογένεια” (σελ. 37). Το είδος ετερογένειας που έχει υπόψη είναι αυτό των διαφορετικών απόψεων ή “φωνών” και δημιουργεί μια εικόνα που ενέχεται αρκετά στην “ενδοζωηρότητα”.

Στη δεύτερη λειτουργία του, το κείμενο δεν είναι ένα παθητικό δοχείο ή ο κομιστής ενός περιεχομένου τοποθετημένου σ’ αυτό απ’ έξω, αλλά μια γεννήτρια. Όμως η ουσία της διαδικασίας της δημιουργίας δεν είναι μόνο μια εξέλιξη, αλλά επίσης σε ένα σημαντικό βαθμό μια επικοινωνία μεταξύ των δομών. Η επικοινωνία τους στον κλειστό κόσμο του κειμένου γίνεται ένας ενεργός πολιτιστικός παράγοντας ως ένα ενεργό σημειωτικό σύστημα. Ένα κείμενο αυτού του είδους είναι πάντα πιο πλούσιο από οποιοδήποτε συγκεκριμένη γλώσσα και δεν μπορεί να συντεθεί αυτόματα από αυτή. Ένα κείμενο είναι ένας σημειωτικός χώρος στον οποίο οι γλώσσες αλληλεπιδρούν, παρεμβαίνουν και οργανώνονται ιεραρχικά. (Lotman, 1988, σελ. 37)

Το γενικό σημείο της περιγραφής του Lotman σχετικά με τον λειτουργικό δυϊσμό δεν είναι ότι η επικοινωνία γίνεται καλύτερα κατανοητή ως προς είτε ένα μονοφωνικό είτε ένα διαλογικό μοντέλο μεμονωμένα. Αντίθετα σχεδόν κάθε κείμενο το βλέπουμε σαν να περιέχει και μονοφωνικές όψεις μετάδοσης και διαλογικές όψεις που προκαλούν τη σκέψη. Η λειτουργική μονάδα ανάλυσης ενέχει μια αμείωτη ένταση μεταξύ των δύο αυτών πόλων. Όμως ταυτόχρονα θεωρεί πως ορισμένα είδη κειμένων τείνουν πιο πολύ είτε προς το ένα είτε προς το άλλο άκρο. Ορισμένα κείμενα είναι πρωταρχικά μονοφωνικά και μεταδοτικά στην λειτουργία τους με μειωμένη έμφαση στη διαλογική λειτουργία, και άλλα μπορεί να έχουν τα αντίθετα χαρακτηριστικά.

ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΕΝΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΞΩΝΟΗΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΕ ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΚΗΝΙΚΑ

Οι ισχυρισμοί του Lotman σχετικά με τον λειτουργικό δυϊσμό των κειμένων έχουν μεγάλες επιπτώσεις στην ανάλυση της εξωνοητικής λειτουργίας και τα ενδονοητικά της αποτελέσματα. Σε αυτά που ακολουθούν, εστιάζουμε σε έναν συγκεκριμένο τύπο εξωνοητικής λειτουργίας - το λόγο σε μια αίθουσα δημοτικού σχολείου. Σκοπός μας δεν είναι να παρέχουμε μια ολοκληρωμένη περιγραφή του τι συμβαίνει σε μια τάξη. Αντιθέτως θέλουμε να δώσουμε λεπτομερώς τις μονοφωνικές και διαλογικές λειτουργίες και να δείξουμε τη χρησιμότητα τους στην κατανόηση της δυναμικής του λόγου στην αίθουσα.

Οι επεξηγήσεις που χρησιμοποιούμε για να αποδείξουμε τον ισχυρισμό μας προέρχονται από την πέμπτη τάξη ενός δημοτικού στο Τόκιο, στην Ιαπωνία. Συγκεκριμένα προέρχονται από μια ανάλυση βιντεοσκοπημένης επικοινωνίας που έγινε κατά την διάρκεια ενός μαθήματος φυσικής σε συμφωνία με τη μέθοδο “Hypothesis - Experiment - Instruction” (ΗΕΙ) που αναπτύχθηκε από τον Itakura όπως αναφέρεται από τους Hatano και Inagaki (1991). Η μέθοδος ΗΕΙ χρησιμοποιείται για παραπάνω από δύο δεκαετίες σε πολλά Ιαπωνικά δημοτικά και γυμνάσια και περιλαμβάνει μια βασική σειρά διαδικασιών. Πρώτα παρουσιάζουν στους μαθητές μια ερώτηση, τρεις ή τέσσερις καθορισμένες εναλλακτικές απαντήσεις και ένα σαφές μέσο για να λαμβάνουν feedback σχετικά με το πόσο σωστές ήταν οι απαντήσεις τους. Για παράδειγμα μπορεί να τους δώσουν μια δοκό ισορροπίας που έχει ένα συγκεκριμένο βάρος σε μια συγκεκριμένη απόσταση στη μια πλευρά και να τους κάνουν ερωτήσεις σχετικά με το τι θα γίνει όταν τοποθετήσουμε άλλο ένα βάρος σε μια συγκεκριμένη απόσταση στην άλλη πλευρά. Η δοκός α) θα γείρει αριστερά, β) θα γείρει δεξιά, γ) θα μείνει επίπεδη;

Σε δεύτερη φάση οι μαθητές ζητούνται να επιλέξουν μια από αυτές τις εναλλακτικές. Σε τρίτη φάση οι απαντήσεις των μαθητών, που μετριούνται με το σήκωμα του χεριού τους, καταγράφονται και επιδεικνύονται (π.χ. στον πίνακα). Κατά τέταρτον οι μαθητές ενθαρρύνονται να εξηγήσουν, να υπερασπιστούν και γενικά να συζητήσουν τις επιλογές τους μεταξύ τους. Σε πέμπτη φάση οι μαθητές ζητούνται να επιλέξουν μια εναλλακτική για άλλη μια φορά. Μπορεί να αλλάξουν την πρόβλεψη τους σ’ αυτό το σημείο. Σε έκτη φάση οι μαθητές επιτρέπεται να αλλάξουν τις προβλέψεις τους παρατηρώντας της διεξαγωγή ενός πειράματος με τη συσκευή.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που αναλύσαμε εμφανίζονται διαφορετικές μορφές επικοινωνίας καθηγητή - μαθητή και μαθητή - μαθητή. Όσον αφορά τον λειτουργικό δυϊσμό του Lotman, ορισμένα μέρη της επικοινωνίας περιορίζονται πρωταρχικά στην μονοφωνική λειτουργία και άλλα στην διαλογική λειτουργία. Ως παράδειγμα της μονοφωνικής λειτουργίας δείτε την ακόλουθη ανταλλαγή λόγου. Σ’ αυτήν την ανταλλαγή δίνεται σε ορισμένους μαθητές η ευκαιρία να αλλάξουν τις απαντήσεις τους. Ο λόγος τους έχει να κάνει με τρεις ερωτήσεις : 1) Τι θα συμβεί αν ένα βάρος τοποθετηθεί μια μονάδα στα αριστερά του κέντρου της δοκού ισορροπίας όταν δύο βάρη είναι μια μονάδα στα δεξιά του κέντρου; 2) Τι θα συμβεί εάν το ένα βάρος τοποθετηθεί δύο μονάδες στα αριστερά του κέντρου όταν δύο βάρη είναι μια μονάδα στα δεξιά του κέντρου; και 3) Τι θα συμβεί εάν ένα βάρος τοποθετηθεί τρεις μονάδες στα αριστερά του κέντρου όταν δύο βάρη είναι μια μονάδα στα δεξιά του κέντρου; Η επιλογή των απαντήσεων τους θα μπορούσε να είναι : Α) Η δοκός θα γείρει δεξιά Β) Η δοκός θα γείρει αριστερά ή Γ) Η δοκός θα ισορροπήσει.

Δάσκαλος : Εντάξει, εγκρίνω. Τώρα μπορείτε να αλλάξετε τη σειρά των

εναλλακτικών σας.

Ακίρα : Για (την ερώτηση) ένα (αλλάζω) από το Γ στο Α. Για (την ερώτηση)

δύο (αλλάζω) από το Β στο Γ.

Δάσκαλος : Μάλιστα. Τανάκα.

Τανάκα : Για (την ερώτηση) τρία ... (αλλάζω) από το Β στο Α.

Δάσκαλος : Νομίζεις ότι πρέπει να αλλάξεις από το Β στο Α. Καμία άλλη

αλλαγή; Μάλιστα. Γιοσίντα.

Γιοσίντα : Για (την ερώτηση) ένα (αλλάζω) από το Γ στο Α.

Σ’ αυτήν την επικοινωνία, η πρωταρχική λειτουργία των προτάσεων των μαθητών είναι να μεταφέρουν πληροφορίες στον δάσκαλο και την υπόλοιπη τάξη. Με τους όρους του Lotman, το κεντρικό ενδιαφέρον σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η ακρίβεια της μετάδοσης. Αν ένας μαθητής προσπαθούσε να κάνει μια δήλωση που εξέφραζε μια πεποίθηση ενός είδους και οι άλλοι νόμιζαν ότι είχε δηλώσει κάτι άλλο, αυτός ή αυτή θα είχε αντίρρηση ως προς το αποτέλεσμα με την αιτιολογία ότι προβλήματα με τον αποστολέα, το κανάλι επικοινωνίας ή τον λήπτη είχαν ως αποτέλεσμα “μια διαφορά ανάμεσα στο μήνυμα στην είσοδο και την έξοδο ενός κυκλώματος πληροφοριών” (Lotman, 1988, σελ. 36).

Σε αντίθεση με αυτή τη μορφή επικοινωνίας, άλλα μέρη της επικοινωνίας της τάξης περιορίστηκαν κυρίως στη διαλογική λειτουργία του κειμένου. Σύμφωνα με τους όρους του Lotman αυτό σημαίνει ότι αυτά τα μέρη των προτάσεων των ομιλητών θεωρήθηκαν ως “επινοήσεις σκέψης” ή “γεννήτριες νοήματος” παρά αυτοπεριφραζόμενα μηνύματα που λαμβάνονται σωστά. Σε αυτές τις περιπτώσεις “η διαφορά είναι η κυρίως ουσία της λειτουργίας του κειμένου ως “επινόηση σκέψης” (Lotman, 1988, σελ. 37). Το μέρος του λόγου της τάξης που χρησιμοποιούμε για να δείξουμε τη δεύτερη λειτουργία προέρχεται από την τέταρτη φάση της μεθόδου ΗΕΙ, κατά τη διάρκεια της οποίας οι μαθητές ενθαρρύνονται να εξηγήσουν, να υπερασπίσουν, και γενικά να συζητήσουν τις επιλογές τους μεταξύ τους.

Δάσκαλος : (1) Μάλιστα. Ματσάν.

Ματσάν : (2) Πρόκειται να ασχοληθώ με τη γνώμη που εξέφρασε πριν ο Μίε.

(πηγαίνει στον πίνακα).

(3)Όπως είπε η Γιούκο πριν, κάτι σαν κι αυτό συμβαίνει

(ζωγραφίζοντας μια τραμπάλα) και μετά η Γιούκο ήταν

σ’ αυτή την πλευρά ...

(4) Υποθέτουμε ότι η αδερφή της Γιούκο κάθεται σ’ αυτήν την

πλευρά, σωστά;

Μετά αυτή (η Γιούκο) είπε ότι ισορροπεί ως ένα ορισμένο

βαθμό, σωστά;

Αν έτσι συμβαίνει, όπως είπε ο Μίε ... Λοιπόν, για παράδειγμα,

η Γιούκο κάθεται εδώ και ακόμα και αν η αδελφή της Γιούκο

κάθεται εδώ, ή εδώ ή εδώ (δείχνοντας θέσεις σε διαφορετικές

αποστάσεις από το κέντρο της τραμπάλας) δεν διαφέρει

σύμφωνα με την γνώμη (του Μίε).

Επομένως (η γνώμη του Μίε) δεν είναι σωστή.

Αυτό το κείμενο δίνει αρκετά παραδείγματα του πως μπορεί να φανεί η διαλογική λειτουργία ενός κειμένου. Το πρώτο που παρατηρούμε είναι ότι ο Ματσάν άρχισε τις παρατηρήσεις του δηλώνοντας ότι θα ασχολούνταν με σημεία που έθιξε ένας άλλος μαθητής (Μίε). Αυτό είναι κάτι που βρίσκουμε σε πολλά σημεία στην επικοινωνία. Όμως αντί να σχολιάσουν την άποψη ενός συγκεκριμένου ατόμου, οι μαθητές ξεκινούσαν συχνά τα σχόλια τους δηλώνοντας ότι θα ήθελαν να μιλήσουν σε “Αυτούς που υποστηρίζουν τη θέση Α (ή Β, κτλ.)” - μια τάση που αντανακλά αυτό που οι Hatano και Inagaki (1991) ονόμασαν φανατική φύση του λόγου. Αυτό που θα σχολιάσουμε είναι ότι ο Ματσάν ξεκίνησε τον σχολιασμό της δηλώνοντας ότι θα ήθελε να θεωρήσει τους ισχυρισμούς ενός άλλου ομιλητή ως ένα είδος “επινόησης σκέψης” για περαιτέρω εξέταση, κριτική κ.α. Είναι μια σαφής ένδειξη ότι η βασική εξωνοητική διαδικασία είναι αυτή στην οποία μια φωνή έρχεται σε επαφή με κάποια άλλη.

Ο Ματσάν έπειτα επικαλέστηκε τα λεγόμενα μιας άλλης ομιλήτριας, της Γιούκο και την επίδειξη στον πίνακα μιας ακόμα μαθήτριας για να αποδείξει γιατί η γνώμη του Μίε δεν ήταν σωστή. Ένας βασικός μηχανισμός που χρησιμοποίησε εδώ ήταν ο πλάγιος λόγος. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε το εισαγωγικό ρήμα “είπε” στις προτάσεις (3) και (5). Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησε συγκεκριμένα είδη “πλαγίου λόγου” που περιέγραψε ο Bakhtin (Volosinov, 1973). Δηλαδή ανέφερε τις προτάσεις της Γιούκο χρησιμοποιώντας τη μορφή “Είπε ότι, ...” αντί για τη μορφή “Είπε, ...”. Η δεύτερη έκδοση του “ευθύ λόγου της αναφοράς του λόγου κάποιου άλλου θα απαιτούσαν να αναπαράγει ο Ματσάν τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε η Γιούκο.

Είναι σημαντικό ότι, χρησιμοποιώντας τον πλάγιο λόγο, ο Ματσάν μπορούσε να εστιάσει σε αυτές τις όψεις του νοήματος των προτάσεων της Γιούκο που θα της φαίνονταν χρήσιμες για να στηρίξει τη θέση της, δεν έπρεπε να αναπαράγει την ακριβή επιφανειακή μορφή που χρησιμοποίησε η Γιούκο - κάτι που θα έπρεπε να κάνει στον ευθύ λόγο. Αυτή η τάση να εστιάζουμε σ’ αυτές τις όψεις του νοήματος προτάσεων άλλου ομιλητή σχετικών με τις προτάσεις κάποιου και να αγνοούμε κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με την επιφανειακή μορφή, είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κάποιος όταν τονίζεται η διαλογική λειτουργία του κειμένου. Είναι ένας μηχανισμός που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε τα λόγια των άλλων ως ένα είδος εύπλαστου “ακατέργαστου υλικού” που να είναι κατάλληλο να μεταμορφωθεί κ.α. στη δημιουργία σχετιζόμενων, αλλά νέων ιδεών.

Γενικά λοιπόν, η λογική αυτού που ο Ματσάν προσπαθούσε να κάνει ήταν να επικαλεστεί τα κείμενα δύο άλλων ομιλητών (του Μίε και της Γιούκο) που με τη σειρά τους είχαν βασίσει τα επιχειρήματα τους στις προτάσεις άλλων ομιλητών, για να στηρίξει ένα επιχείρημα γιατί η γνώμη του Μίε δεν ήταν σωστή. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πως η φωνή ενός ομιλητή μπορεί να έρθει σε επαφή με και να “εξωεμψυχώσει” (Wertsch, 1991) τις φωνές των άλλων σε μια διαλογική συνάντηση. Με τους όρους του Lotman (1988) αυτή η επικοινωνία φωνών “στον κλειστό κόσμο ενός κειμένου γίνεται ένας ενεργός πολιτιστικός παράγοντας ως ένα λειτουργικό σημειωτικό σύστημα” (σελ. 37). Είναι το είδος του φαινομένου που τον οδήγησε να υποστηρίξει ότι “ένα κείμενο είναι ένας σημειωτικός χώρος στον οποίο οι γλώσσες αλληλεπιδρούν, εμπλέκονται και οργανώνονται ιεραρχικά” (σελ. 37).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : ΔΥΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΤΥΛ ΕΞΩΝΟΗΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ

Τα δύο μέρη επικοινωνίας που δώσαμε πριν διαφέρουν σημαντικά σύμφωνα με την περιγραφή του Lotman για τον λειτουργικό δυϊσμό. Αν και η μονοφωνική λειτουργία είναι σαφώς έκδηλη και στα δύο αποσπάσματα, είναι η κυρίαρχη λειτουργία στο πρώτο, ίσως εξαιρώντας εντελώς τη διαλογική λειτουργία. Αντιθέτως, στο δεύτερο απόσπασμα η διαλογική λειτουργία είναι βασική στο τι συμβαίνει. Αντί να λαμβάνουμε απλώς τις προτάσεις των άλλων, πρέπει να απαντάμε σ’ αυτές είτε να τις μετατρέπουμε με κάποιο τρόπο. Ένας χοντρικός δείκτης διαφοράς μπορεί να βρεθεί στα είδη των απαντήσεων που μπορεί να δώσει ένας παρατηρητής στο ερώτημα : “Γιατί ο μαθητής σχημάτισε μια πρόταση;”. Στο πρώτο απόσπασμα η απάντηση είναι γενικά ότι ο μαθητής ήθελε να μεταφέρει πληροφορίες σχετικά με τις πεποιθήσεις κάποιου. Στο δεύτερο παράδειγμα η απάντηση είναι γενικά ότι ο μαθητής ήθελε να απαντήσει κατά κάποιο τρόπο (να απορρίψει, να ενσωματώσει και να προχωρήσει περαιτέρω) την πρόταση κάποιου άλλου, για να δημιουργήσει μια ιδέα σε συνεργασία με άλλους.

Οι δύο λειτουργίες που έχουμε περιγράψει έχουν μεγάλες επιπτώσεις στο να κατανοήσουμε πως ο λόγος στην τάξη εμφανίζεται και θα μπορούσε να εμφανιστεί. Επιπλέον, σύμφωνα με τον γενικό γενετικό νόμο της πολιτιστικής ανάπτυξης του Vygotsky, αυτές οι διαφορές στην εξωνοητική λειτουργία έχουν επιπτώσεις στην ενδονοητική λειτουργία που θα προκύψει μέσω της διαδικασίας της εσωτερικοποίησης (Wertsch και Stone, 1985). Περιμένουμε ότι τα στυλ των εξωνοητικών λειτουργιών που χρησιμοποιούνται στο λόγο στην τάξη θα αντανακλώνται σε μεταγενέστερες ενδονοητικές λειτουργίες.

Γενικά, είναι λογικό να περιμένουμε ότι όταν η διαλογική λειτουργία είναι κυρίαρχη στον λόγο στην τάξη, οι μαθητές θα αντιμετωπίσουν τις προτάσεις τους και αυτές των άλλων ως επινοήσεις σκέψης. Αντί να τις δέχονται ως πληροφορίες που πρέπει να ληφθούν, να κωδικοποιηθούν και να αποθηκευτούν, θα πάρουν μια ενεργή στάση ως προς αυτές, ερευνώντας και προεκτείνοντας τες, ενσωματώνοντας τες στις δικές τους εξωτερικές και εσωτερικές προτάσεις και ούτω καθεξής. Όταν η μονοφωνική λειτουργία είναι κυρίαρχη, αναμενόμενα θα συμβαίνει το αντίθετο.

Τι γνωρίζουμε σχετικά με τη χρήση αυτών των δύο λειτουργιών στις τάξεις; Στις Αμερικανικές τάξεις υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν μια μεγάλη εξάρτηση στη μονοφωνική, παρόμοια μετάδοσης λειτουργία. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο σημαντικά σταθερά ευρήματα σε μελέτες επικοινωνίας σε τάξη τις τελευταίες δεκαετίες σε Αμερικανικά σχολεία είναι ότι σχεδόν 80% της επικοινωνίας στην τάξη καταλαμβάνεται από το λόγο του δασκάλου. Ένα τέτοιο νούμερο δείχνει ότι δεν μπορούν πολλοί μαθητές να λάβουν μέρος στις ανοιχτές, διαλογικές συζητήσεις που βρήκαμε στο δεύτερο απόσπασμα πριν.

Αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα ότι τέτοια διαλογική εξωεμψύχωση λαμβάνει χώρα μεταξύ του ανοιχτού, κοινωνικού λόγου του δασκάλου και του κρυφού, “ιδιωτικού” λόγου (Bivens και Berk, 1990) των μαθητών. Όμως, τουλάχιστον δύο γεγονότα μας δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Κατά πρώτον, όπως σημειώθηκε ήδη, τα στοιχεία δείχνουν ότι στις Αμερικανικές τάξεις το είδος της εξωεμψύχωσης των φωνών, χαρακτηριστικό της διαλογικής λειτουργίας του κειμένου, δεν είναι σχεδόν, ποτέ παρόν στην επικοινωνία μαθητή - δασκάλου. Επομένως σύμφωνα με το γενικό γενετικό νόμο της πολιτιστικής εξέλιξης του Vygotsky, δεν είναι αναμενόμενο να το περιμένουμε στο ενδονοητικό επίπεδο. Κατά δεύτερον, η διαφορά ανάμεσα στο επίπεδο status και γνώσης του δασκάλου και του μαθητή θεωρείται ως δεδομένο πως αναστέλλει την ερευνητική στάση του μαθητή που βρίσκεται πίσω από τη διαλογική λειτουργία. Στις περισσότερες αίθουσες, η διαφορά του status είναι τέτοια που θα ήταν εξαιρετικά σπάνιο οι μαθητές να πάρουν την πρόταση του δασκάλου ως αντικείμενο προς αμφισβήτηση, απόρριψη και ούτως καθεξής. Συνήθως το φυσιολογικό είναι να δεχόμαστε αυτό που λένε οι δάσκαλοι χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση.

Σύμφωνα με τον Vygotsky , βασική προϋπόθεση για πληρέστερη γλωσσική επικοινωνία μεταξύ δύο ατόμων , είναι η οσο το δυνατό μεγαλύτερη ταυτότητα των γνωστικών τους δομών (δηλαδή της γνώσης και, κατά συνέπεια, της σκέψης ). Το συμπέρασμα αυτό αποδείχνεται και από τα εξής παραδείγματα. Πρώτο, αν δύο άτομα που επιθυμούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους δεν έχουν ταυτότητα γνωστικών δομών ( δηλαδή δεν έχουν ίδιες γνώσεις ) ,τότε για να είναι αποτελεσματική η μετάδοση πληροφοριών από το Α άτομο στο Β , πρέπει από τη μεριά του Α ατόμου να χρησιμοποιηθεί σαφής και λεπρομεριακή γλώσσα στην οποία θα αναλύεται το κάθε τι . ( Η αναγκαιότητα της εφαρμογής αυτής της αρχής είναι εμφανής για την επιτυχημένη διεξαγωγή της διδασκαλίας , και ερμηνεύει την πανθομολογουμένη ανάγκη της προσαρμογής της διδασκαλίας στο επίπεδο του καθε μαθητή ).Δεύτερο , όταν δύο άτομα έχουν ταυτότητα σκέψεων ( όπως π.χ. σε ένα θεωρητικά ιδανικό ζευγάρι ), τότε η επικοινωνία τους μπορεί να είναι πλήρης , ακόμα και όταν η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι ελλιπής και περιλιπτική (έχοντας , δηλαδή , τα χαρακτηριστικά της εσωτερικής γλώσσας). Σαν παράδειγμα ο Vygotsky αναφέρει ένα επεισόδιο του έργου του Τολστόϊ << Άννα Καρένινα >> , όπου οι δύο ερωτευμένοι ο Λέβιν και η Κίτυ , έχοντας ταυτότητα σκέψεων , μπορούσαν και επικοινωνούσαν γλωσσικά χρησιμοποιώντας μόνο τα αρχικά γράμματα των λέξεων . Ετσι σε μία συνομιλία τους , οταν ο Λέβιν έγραψε τα αρχικά γράμματα της ερώτησής του << Ο α : δ μ ν γ , ε τ ή π ; >> , η Κίτυ κατάλαβε ότι η ερώτηση του Λέβιν ήταν << Όταν απάντησες : δεν μπορεί να γίνει , εννοούσες τότε ή πάντα ; >> .Σ’αυτή την ερώτηση η Κίτυ αποκρίθηκε χρησιμοποιώντας και αυτή τα αρχικά γράμματα των λέξεων ως εξής :<< Δ μ ν α α α >> = << Δεν μπορούσα να απαντήσω αλλιώς>> ( Brown , 1970 – Farnham - Diggory , 1972 – Greene , 1975 – Cohen ,1977 ).

Εκτός από την γενική έλλειψη του λόγου των μαθητών, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που δείχνουν μια μεγάλη κυριαρχία της μονοφωνικής λειτουργίας του κειμένου στο λόγο στις Αμερικανικές τάξεις. Για παράδειγμα, σε μια μεγάλη εθνογραφική μελέτη μιας τάξης δημοτικού, ο Mehan (1979) βρήκε ότι ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας εμφανιζόταν σε μια στάνταρ, προετοιμασμένη μορφή. Αυτή η μορφή περιελάμβανε την “Έναρξη” του δασκάλου (π.χ. “ποια είναι η πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών;”) ακολουθούμενη από την “Απάντηση” του μαθητή (π.χ. “η Ουάσιγκτον”) ακολουθούμενη από την “Αξιολόγηση” του δασκάλου (π.χ. “Μπράβο”). Η συλλογή της επικοινωνίας που εξέτασε ο Mehan από εννέα μαθήματα στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη τάξη απεκάλυψε ότι “το τριμερές διαδοχικό μοτίβο κυριαρχεί στην επικοινωνία που ξεκινάει από τον δάσκαλο” (σελ. 54)

Αυτό το μοτίβο επικοινωνίας αντανακλά αρκετές απαραίτητες υποθέσεις από την πλευρά των καθηγητών και των μαθητών που συμμετέχουν σ’ αυτή. Κατά πρώτον βασίζεται σε υποθέσεις σχετικά με τη λειτουργία και τη δομή των “διδακτικών ερωτήσεων” που περιλαμβάνονται σε μεγάλο μέρος απ’ αυτό το τριμερές διαδοχικό μοτίβο. Αντίθετα με άλλες μορφές ερωτήσεων όπου η υπόθεση είναι ότι το πρόσωπο που θέτει την ερώτηση ζητάει πληροφορίες που δεν έχει, οι διδακτικές ερωτήσεις είναι ερωτοαπορίες για τις οποίες αυτός που κάνει τις ερωτήσεις έχει την απάντηση. Οι διδακτικές ερωτήσεις χρησιμοποιούνται ευρύτατα στο λόγο στις Αμερικανικές τάξεις και τις βλέπουμε συχνά στην επικοινωνία γονέα - παιδιού στο σπίτι, τουλάχιστον στην περίπτωση μεσοαστικών οικογενειών. Όμως όπως παρατήρησε ο Heath (1983) είναι εξαιρετικά σπάνιες στην επικοινωνία γονέα - παιδιού σε ορισμένες ομάδες και αυτό μπορεί να έχει μεγάλες επιπτώσεις στο γιατί τα παιδιά απ’ αυτές τις ομάδες αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλες δυσκολίες στο να έχουν την τέλεια γνώση των μορφών ομιλίας και σκέψης που απαιτείται για να επιτύχουν στο σχολείο.

Κατά δεύτερον η διαδοχή Έναρξη - Απάντηση - Αξιολόγηση προϋποθέτει το είδος της σχέσης μεταξύ του δασκάλου και του μαθητή που έχει σημειωθεί ήδη. Σ’ αυτήν την ασύμμετρη σχέση οι δάσκαλοι έχουν το δικαίωμα (ή μάλλον την ευθύνη) να κάνουν διδακτικές ερωτήσεις και οι μαθητές έχουν την υποχρέωση να τις απαντούν, αλλά όχι το αντίθετο.

Κατά τρίτον, η ίδια η φύση των διδακτικών ερωτήσεων βασίζεται σε σημαντικές υποθέσεις σχετικά με την τέλεια γνώση, την κατοχή και την επικοινωνία της γνώσης. Συγκεκριμένα, οι διδακτικές ερωτήσεις προϋποθέτουν ότι τα άτομα “έχουν” ορισμένη γνώση ή πληροφόρηση. Επιπλέον, αυτή η πληροφόρηση θεωρείται τυπικά πως υπάρχει στην μορφή κάποιου είδους εσωτερικής αναπαράστασης και επομένως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να δειχτεί σε εξωτερική, δημόσια μορφή όταν ο δάσκαλος το ζητάει. Όπως έχουν υποστηρίξει συγγραφείς όπως ο Ochs (1988) αυτή η υπόθεση σχετικά με την ατομικιστική κατοχή της γνώσης δεν είναι παγκόσμια. Όμως είναι κάτι που κρύβεται πίσω και πιθανόν προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από το να θέτουμε και να απαντάμε σε διδακτικές ερωτήσεις. Είναι επίσης ένας προσανατολισμός που είναι σαφώς συνδεδεμένος με τη μονοφωνική λειτουργία των κειμένων και προφανώς πιθανόν ενισχύει αυτή τη λειτουργία ως το θεμέλιο για την ερμηνεία των προτάσεων των άλλων.

Ο σκοπός μας στο να περιγράψουμε τα αποσπάσματα από την Ιαπωνική τάξη δεν ήταν να δείξουμε ότι οι διαδοχές Έναρξη - Απάντηση - Αξιολόγηση εμφανίζονται σε τέτοιες τάξεις. Στο συγκεκριμένο 45λεπτο μάθημα από το οποίο πήραμε τα αποσπάσματα ήταν αισθητή η απουσία τους, αλλά χρησιμοποιούνται αρκετά εκτεταμένα σε άλλα μαθήματα. Αντιθέτως, αυτό που θέλαμε να κάνουμε ήταν να δείξουμε ένα είδος της εξωνοητικής λειτουργίας που θα έπρεπε ίσως να καλλιεργηθεί πιο εκτεταμένα σε εκπαιδευτικά σκηνικά. Αυτή είναι εξωνοητική λειτουργία βασισμένη στην διαλογική λειτουργία των κειμένων.

Ο λόγος που θέλουμε να ενθαρρύνουμε μια τέτοια λειτουργία είναι γιατί ενέχει το είδος μιας ενεργής δέσμευσης από την πλευρά των μαθητών που έχει αναφερθεί αρκετά συχνά τώρα τελευταία ως ποθούμενο της διδασκαλίας. Για παράδειγμα σχετίζεται πολύ με το είδος των διδακτικών πρακτικών που ανέπτυξαν επιτυχημένα οι Palincsar και Brown (1984, 1988) στην διαδικασία της “αμοιβαίας διδασκαλίας”. Αυτοί οι συγγραφείς έδειξαν ότι ορισμένοι κακοί μαθητές μπορούσαν να έχουν μια σημαντική πρόοδο στις ικανότητες τους της κατανόησης όταν λάμβαναν μέρος στην αμοιβαία διδασκαλία για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μεθόδου ΗΕΙ, το κλειδί της επιτυχίας είναι ότι οι μαθητές χρησιμοποιούν ενεργά τις προτάσεις των άλλων και τις μεταχειρίζονται ως επινοήσεις σκέψης.

Σε ένα πιο γενικό επίπεδο το συμπέρασμα που βγάλαμε είναι ότι υπάρχει ανάγκη για την ανάπτυξη μεγαλύτερων ευκαιριών για τους μαθητές για να ασχοληθούν με μορφές λόγου που βασίζονται στην διαλογική λειτουργία του κειμένου. Χρησιμοποιώντας κάποιες από τις ιδέες των Vygotsky, Bakhtin, Lotman και άλλων, είναι πιθανό να αναγνωρίσουμε τα ακριβή είδη των πρακτικών που περιλαμβάνονται στις διαδικασίες προγράμματος όπως η μέθοδος ΗΕΙ ή η αμοιβαία διδασκαλία. Το κλειδί για το μέλλον είναι να διευκολύνουμε τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει πραγματικότητα η διαλογική εξωεμψύχωση που έχει οραματιστεί ο Bakhtin και ο Lotman - με ένα τρόπο που είναι σύμφωνος με τους διδακτικούς στόχους της τάξης.

Αποτελέσματα σαν κι αυτά που αναφέρθηκαν από τον Mehan δείχνουν ότι υπάρχουν ισχυροί θεσμικοί παράγοντες που περιορίζουν το είδος του λόγου της τάξης που έχουμε περιγράψει. Αυτό αντανακλάται στο γεγονός ότι εκκλήσεις για αύξηση της ενεργής ανάμιξης των μαθητών γίνονται εδώ και δεκαετίες, αλλά τα μοτίβα λόγου που βρίσκονται στον κοινωνικοπολιτιστικό θεσμό του σχολείου δεν φαίνεται να αλλάζουν. Αν ο πυρήνας της αλλαγής είναι η δημιουργία μιας εξωνοητικής λειτουργίας που θα διευκολύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό το είδος της ενδονοητικής λειτουργίας που θέλουμε να δούμε, τότε είναι απαραίτητο να βρούμε τρόπους να δημιουργήσουμε έναν θεσμικά επικυρωμένο “χώρο” για να γίνει αυτό το είδος της εξωνοητικής λειτουργίας. Όπως έχουν τονίσει κοινωνιολόγοι όπως ο Bourdieu (1984) υπάρχουν πολλές θεσμικές δυνάμεις που σχηματίζουν πρακτικές, περιλαμβάνοντας το λόγο σε εκπαιδευτικά σκηνικά. Αν και ένας πρωταρχικά αναγνωρισμένος στόχος της εκπαίδευσης είναι να εξασφαλίσει τη μάθηση του υλικού των μαθημάτων, πολλές από αυτές τις θεσμικές δυνάμεις εμπλέκονται συχνά με μια τέτοια μάθηση.

Από την άποψη της κοινωνικοπολιτιστικής προσέγγισης στην διαμεσολαβητική πράξη, βλέπουμε ότι η κατανόηση των εξωνοητικών και ενδονοητικών διαδικασιών δεν μπορούν να βασιστούν στην εξέταση των δύο αυτών μορφών λειτουργίας μεμονωμένα. Αντίθετα, το κλειδί για την κατανόηση και την αλλαγή τους βρίσκεται στην ανάλυση των ιστορικών, θεσμικών και πολιτιστικών σκηνικών στα οποία λαμβάνουν χώρα. Αυτό είναι μια συνταγή για μια πειθαρχική έρευνα. Είναι επίσης μια έκκληση για την ενοποίηση των ενεργειών των ερευνητών και των πρακτικών με τρόπους που ήταν μέχρι τώρα εξαιρετικά σπάνιοι. Μέχρι να ασχοληθούμε με αυτά τα ζητήματα δεν περιμένουμε ότι είτε η έρευνα είτε η πρακτική θα αλλάξει σημαντικά.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

Η συγγραφή αυτού του κεφαλαίου βοηθήθηκε από μια επιχορήγηση από το Ίδρυμα Spencer στο πρώτο συγγραφέα. Οι δηλώσεις που έγιναν και οι απόψεις που εκφράστηκαν είναι αποκλειστική ευθύνη των συγγραφέων. Οι αναλύσεις σ’ αυτό το κεφάλαιο βασίζονται σε ένα βιντεοσκοπημένο μάθημα που έγινε από την κ. Kobayashi. Θέλουμε να της εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας. Θέλουμε επίσης να ευχαριστήσουμε τον καθηγητή Kayoko Inagaki που μας έδωσε την βιντεοκασέτα.

Τα σχόλια είναι παρμένα από το βιβλίο ‘ Γνωστική Ψυχολογία ‘

του καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών

Κωνσταντίνου Δ. Πόρπο
δα.