Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Η τεχνική προσέγγιση της μελέτης της επιστήμης


ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ


Η τεχνική προσέγγιση της μελέτης της επιστήμης


Karin Knorr - Cetina

1.Η απαρχή των εργαστηριακών μελετών

Αυτό το κεφάλαιο αναφέρεται σε μια διαφορετική άποψη για το τι ακριβώς σημαίνει Κοινωνικές Μελέτες Επιστήμης & Τεχνολογίας (Κ.Μ.Ε.Τ) οι οποίες έχουν φτάσει σε σημείο να ονομάζονται «εργαστηριακές μελέτες» δηλαδή η μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας μέσο άμεσης παρατήρησης και συζητά για την ανάλυση κατευθείαν στην ρίζα παραγωγής γνώσεων , δηλαδή στην μοντέρνα επιστήμη την οποία τυπικά θεωρούμε σαν το επιστημονικό εργαστήριο.

Εργαστηριακές μελέτες μετατράπηκαν κατορθωτές σε Κ.Μ.Ε.Τ. όταν , την περίοδο του 70 , ο χώρος μελέτης έγινε πιο κτητικός όσον αφορά το θέμα του και πιο περιεκτικός -όταν οι αναλυτές ξεκίνησαν να επαναπευθύνονται σε σχέση με τους παλιότερους όχι μόνο όσον αφορά στους άμεσους παράγοντες που αφορούσαν το συγκεκριμένο θέμα της επιστημονικής εργασίας αλλά και στο «κεντρικό πυρήνα» από μόνο του που αφορά στο τεχνικό περιεχόμενο και στην παραγωγή γνώσεων.

«Αγγίζοντας» τον κεντρικό πυρήνα , παρόλα αυτά , απαιτούσε έναν ειδικευμένο μεθοδολογικό χειρισμό .Ήταν απαραίτητο όχι μόνο να αποδεσμευτεί από την πεποίθηση ότι η επιστήμη αποτελούσε ένα κύριο παράδειγμα της λογικής ,μια πεποίθηση η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση από φιλόσοφους-ιστορικούς της επιστήμης , όπως είναι οι Kuhn (1962-1970)και Feyerabend (1975).Κάποιος επίσης ήταν απαραίτητο να πετύχει πρόσβαση στο τεχνικό περιεχόμενο της επιστήμης μέσω των καναλιών διαφορετικών από αυτά τα επιστημονικά «γεγονότα» και θεωρίες -τα οποία είναι γενικά αποδεκτά σαν αλήθεια , και είναι τόσο δύσκολα να καταλυθούν γιατί αποτελούν κάτι πολύ «στέρεο». Οι μεθοδολογικοί χειρισμοί οι οποίοι αναπτύχθηκαν αποτελούσαν τη μελέτη των επιστημονικών αμφισβητήσεων και την μελέτη της μισοτελείωτης γνώσης.

Η μελέτη των αμφισβητήσεων έφτασε στο σημείο να είναι ουσιαστικά η μεθοδευμένη επικέντρωση στην κοινωνιολογία των επιστημονικών γνώσεων , η οποία μεθοδολογία αναπτύχθηκε στις αρχές του 1970 και κατέληξε σε μια πολύ πλήρη κοινωνιολογική συνάφεια της επιστήμης (βλέπε Bloor, 1976). Για παράδειγμα εξέταζε το πόσο τα εσωτερικά επιστημονικά στάνταρτ και τα πειραματικά γεγονότα και αποδείξεις δεν επαρκούν στο να μπορέσουν να θεμελιώσουν τις απόψεις και τα πιστεύω των επιστημόνων (π.χ , Η. Collins ,1975 ,1981a). Επίσης αυτή η καινούργια μεθοδολογία εξέταζε το πώς οι απόψεις και οι γνώσεις οι οποίες υπερασπίζονται από τους επιστήμονες , επηρεάζονται από τις κοινωνικές συναφείς εκφράσεις (π.χ.

Barnes 1977; Mackenzie ,1981;Pickering , 1984) .Οι ανεπαρκείς γνώσεις – οι γνώσεις δηλαδή οι οποίες βρίσκονται ακόμα στο «δρόμο» της σωστής αποδοχής και καθιέρωσης τους – από την άλλη μεριά , εξελίχθηκαν και μετατράπηκαν σε μια δικαιοδοσία των εργαστηριακών μελετών .Οι πραγματικού χρόνου μέθοδοι μεσώ των οποίων οι επιστήμονες ,κάποιοι από τις πιο δυνατές και μυστικές φυλές στην σημερινή εποχή και στον μοντέρνο κόσμο , φτάνουν στα αγαθά τα οποία συνεχώς μεταλλάσσονται και υπερτιμούν την «επιστημονική» και «τεχνολογική» μας κοινωνία , παρόλα αυτά είναι πολύ δύσκολο να γίνουν κατανοητά .

Στην πραγματικότητα αυτές οι μέθοδοι , δεν έχουν ερευνηθεί με συστηματικό τρόπο από τους κοινωνιολόγους και αναλυτές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 , όταν οι πρώτοι μαθητές – φοιτητές των εργαστηρίων ξεκίνησαν τις έρευνες τους .

Οι φιλόσοφοι τώρα των επιστημόνων οι οποίοι μέχρι τότε είχαν την εξουσία όσον αφορά τα θέματα των επιστημονικών διαδικασιών και περιεχομένων , έδειξαν μια συμπάθεια και προτίμηση για το «περιεχόμενο της δικαιολόγησης» και «μεταχειρίστηκαν» το περιεχόμενο των παραγόμενων γνώσεων, την οποία συνήθιζαν να ονομάζουν «περιεχόμενο των ευρημάτων», με αμέλεια και περιφρόνηση .

Οι ιστορικοί συνήθως προσδιόριζαν τα θέματα των επιστημονικών συναφειών σαν ερωτήματα στην ιστορία των ιδεών αποχωρισμένα από τα τοπικά πιστεύω και τις τοπικές τοποθετήσεις . Για να είναι σίγουροι , και τα δυο γκρουπ επιπρόσθετα πλούτισαν τους δικούς τους «λογαριασμούς» με μελέτες πολλών σημαντικών πειραμάτων , αλλά πειράματα που όπως θα δούμε στην συνέχεια δεν είναι εργαστηριακά.

Η συνολική μεθοδολογία των παραγόμενων γνώσεων στο σύγχρονο πραγματικό εργοστάσιο των φυσικών επιστημών και ο ρόλος του πραγματικού εργοστασίου από μόνος του ήταν , στα 1970 , ένα απάτητο έδαφος στις κοινωνικές μελέτες των επιστημών .

Οι εργαστηριακές μελέτες έχουν μετατρέψει το έδαφος αυτό σε ένα καινούργιο πεδίο εξερεύνησης . Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε στις εργαστηριακές μελέτες , η εθνογραφία ( με συμμετοχή στην παρατήρηση ) με αναφορά στα συστατικά της ανάλυσης , έχει γίνει κάτι από την σύγχρονη ισοδυναμία της ιστορικής υπόθεσης μεθόδου μελέτης κάτι το οποίο έγινε διάσημο την περίοδο κατά την οποία βρίσκονταν σε άνοδο ο Kuhn .

Η εθνογραφία προμήθευσε το οπτικό τους πεδίο έτσι ώστε να είναι σε θέση να θεωρήσουν την διαδικασία της παραγόμενης γνώσης σαν κάτι «δημιουργικό» περισσότερο από απλώς περιγραφικό . Με άλλα λόγια , για να μπορέσει να θεωρηθεί σαν ένα σημαντικό μέρος της πραγματικής γνώσης ελέγχθηκε σαν «εκπρόσωπος» .

Ο κατασκευισμός αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά , ίσως το σημαντικότερο , αποτέλεσμα των εργαστηριακών μελετών (βλέπε Sismodo , 1993). Η αυθεντικότητα αυτής της εμφατικής χρήσης της στα Κ.Μ.Ε.Τ. βρίσκεται σε μια προσπάθεια των μαθητών των εργαστηρίων να καταλάβουν και να εμπεδώσουν την παρατηρητική τους ικανότητα του «φτιάχνω» και τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα των τεχνολογικών επιδράσεων αρκετά προχωρημένο . Ένα άλλο αποτέλεσμα των εργαστηριακών μελετών αποτελεί η αυξημένη χρήση της εθνογραφίας στο Κ.Μ.Ε.Τ. .

Οι εργαστηριακές μελέτες έχουν διεγείρει σε μεγάλο βαθμό τις μελέτες των επιστημονικών εργασιών οι οποίες είναι βασισμένες στην συμμετοχική παρατήρηση και τώρα αναμειγνύονται με το ευρύτερο πεδίο της «εθνογραφίας της επιστήμης και της τεχνολογίας» , το οποίο εκτείνει την προσέγγιση της εθνογραφίας στην μελέτη σημαντικών επιτευγμάτων σε μεγαλύτερα πεδία και ίσως είτε στην επιστημονική τακτική ( Gambrosio , Limoyes και Pronovost 1990 ). Τελικά , υπάρχει μια συνιστώσα των εργαστηριακών μελετών η οποία χρειάζεται να αναφερθεί ειδικά , η οποία είναι η αντίληψη ενός εργαστηρίου από μόνο του .

Ένα εργαστήριο δεν είναι απλά , εδώ βέβαια θα πρέπει να διαφωνήσω , μια μακρά-υποεξερευνημένη πλευρά της έρευνας ,η οποία έχει πρόσφατα κατακτηθεί από μαθητές , της επιστήμης και της τεχνολογίας . Αποτελεί ακόμα μια θεωρητική αντίληψη σε μια αναδυόμενη θεωρία των τύπων των παραγωγικών τόπων των συμβάντων για την οποία τα εργαστήρια στέκονται και δίνουν υπόσταση στην επιστήμη . Στην κοινωνιολογία γενικότερα , οι περιορισμένες αντιλήψεις είναι συχνά συνδεδεμένες με την μικρή κλίμακα και την ασθενέστερη .Εργαστηριακές μελέτες ρίχνουν φως στην δύναμη των τοποθεσιών των συμβάντων στους μοντέρνους θεσμούς και προκαλούν ερωτήσεις σχετικά με το επίπεδο των «τοπικών» στην μοντέρνα κοινωνία γενικότερα .

Ποια είναι η θεωρητική δύναμη της αντίληψης ενός εργαστηρίου; Πόσο μπορεί να είναι διαφορετικό από την παλιότερη αντίληψη των πειραμάτων στα οποία οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι των επιστημών έδιναν κάποια επιβράβευση .Τι εννοούν οι εργαστηριακές μελέτες όταν ισχυρίζονται ότι τα επιστημονικά γεγονότα είναι «εγκατεστημένα» σε αυτά τα πλαίσια ; Σε αυτό το κεφάλαιο , θα αναζητήσω μια απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις αρχικά με το να εκφράσω αργά και σταθερά μια αντίληψη για το εργαστήριο η οποία αιχμαλωτίζει την θεωρητική σημαντικότητα του εργαστηρίου – θα διαφωνήσω όμως εδώ με το γεγονός ότι η σημαντικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον ανασχηματισμό της φυσικής και κοινωνικής τάξης το οποίο κατά την γνώμη μου αποτελεί ένα εργαστήριο (μέρος τρίτο) .

Η δεύτερη πιο σημαντική επικέντρωση σε αυτό το κεφάλαιο θα είναι η εξής : θα ονομάσω την σημασία της δόμησης στις εργαστηριακές μελέτες ( μέρος 4 ) και στην συνέχεια θα εξάγω, από αυτές τις μελέτες , αυτά τα συστατικά και τις μεθόδους οι οποίες παρουσιάζουν και επιδεικνύουν το πώς τα γεγονότα έχουν κατασκευαστεί ( μέρος 5) . Σε αυτό το κείμενο , θα συνοψίσω τις μελέτες των επιστημονικών εργασιών , τις εθνογραφίες των επιστημών και την τεχνολογία .Σε αυτό το τελευταίο μέρος του κεφαλαίου , θα συζητήσω και θα αναφέρω κάποιες κριτικές των εργαστηριακών μελετών και τις ανάγκες για περαιτέρω μελέτες της σύγχρονης και ιστορικής επιστήμης .( μέρος 6)

2. Τα εργαστήρια είναι περισσότερο ευκρινή μεσώ των πειραμάτων και των οργανισμών

Πως είναι η μελέτη των εργαστηριών διαφορετική από την μελέτη των πειραμάτων ή από την κοινωνιολογία των οργανισμών, εφαρμοσμένα στις ευκολίες της επιστήμης και της τεχνολογίας; Και οι δυο, τόσο η μελέτη των πειραμάτων όσο και η κοινωνιολογία των οργανισμών έχουν εδώ και καιρό εγκαθιδρυθεί και έχουν αποτελέσει κάτι σαν παράδοση της μελέτης των επιστημών. Καλό θα ήταν να λαμβάναμε υπόψη τα πρώτα πειράματα τα οποία είχαν , μέχρι πρόσφατα , μεταφέρει μαζί τους αρκετό από το «επιστημολογικό» φορτίο στο να εξηγούν το κύρος των επιστημονικών αποτελεσμάτων και των λογικών αντιλήψεων στην επιστήμη .

Αυτά παρείχαν τους σκελετούς μέσα στους οποίους «οι επιστημονικές μέθοδοι» αναπτύχθηκαν και απέφεραν καρπούς . Αποτελούσαν , τα κεφάλαια στα πλαίσια των οποίων η επιστήμη προχώρησε εμπειρικά βήμα-βήμα , τις κλίμακες στην σκάλα εξέτασης της θεωρίας καθώς και τις εμπειρικές επιβεβαιώσεις .

Τα πειράματα ήταν διάπλατα προσδιορισμένα με μεθοδολογικό τρόπο στις πρώιμες μελέτες . Αντιλήψεις του τύπου , εξέταση της θεωρίας , πειραματικό σχέδιο , τυφλή και διπλά-τυφλή διαδικασία , ομάδων ελέγχου , παράγοντες απομόνωσης , καθώς και ανατύπωση , είναι όλα άμεσα συνδεδεμένα με τα πειράματα .Τα πλεονεκτήματα τα οποία αποδόθηκαν στα πειράματα , περιλαμβάνουν το γεγονός ότι πρώτον ξεμπερδεύουν τις μεταβλητές και τεστάρουν κάθε μια μεταβλητή ξεχωριστά , στη συνέχεια συγκρίνουν τα αποτελέσματα με αυτά των ομάδων ελέγχου , τρίτον ότι αποφεύγουν τις πειραματικές προκαταλήψεις και τις υποκειμενικές προσδοκίες και τέλος ότι τα αποτελέσματα τους μπορούν να δικαιολογηθούν μεσώ πανομοιότυπων τους όπου ο καθένας μπορεί να τσεκάρει ή να εκτελέσει . Με αυτόν τον μεθοδολογικό ορισμό των πειραμάτων η πραγματικού χρόνου διαδικασία του πειραματισμού σε διαφορετικά επίπεδα , παρέμεινε σε ένα μεγάλο βαθμό ανερμήνευτη και δεν εξετάστηκε ( Gooding , Pinch & Schatter 1989 ).

Όταν οι πρώτες εργαστηριακές μελέτες μετατράπηκαν στην αντίληψη ενός εργαστηρίου , εγκαινίασαν ένα καινούργιο πεδίο έρευνας όχι επισκιασμένο από την μεθοδολογία του πειραματισμού . Για αυτούς , η αντίληψη ενός εργαστηριού έπαιζε σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι η αντίληψη ενός πειράματος , δεδομένου μεθοδολογικού της οχυρώματος , δεν μπορούσε να εκπληρώσει ότι μπορούσε να «γεμίσει» η αντίληψη ενός εργαστηρίου .

Μετέφερε την επικέντρωση μακριά από την μεθοδολογία και την έφερε μπροστά στην μελέτη των εκπολιτιστικών ενεργειών της επιστήμης . Με πολλούς τρόπους , η αντίληψη των επιστημονικών εργαστηρίων ξεκίνησε να υποστηρίζει αυτό για το οποίο η ιστορία και η μεθοδευμένη επιστήμη είχαν θεωρήσει σαν την αντίληψη του πειράματος .

Το εργαστήριο επέτρεπε στους κοινωνικούς μαθητές των επιστημών να θεωρούν τις τεχνικές ενέργειες των επιστημών μέσα σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο εξοπλισμού και συμβολικών εξασκήσεων μέσα στο οποίο θεωρούνται σαν να είναι συνδεδεμένοι και να αποτελούν κάτι σαν ένθετο μέσα στις ενέργειες αυτές . Αυτό βέβαια συνέβαινε χωρίς , ταυτόχρονα να επαναστραφεί σε μια αντίληψη η οποία να αγνοεί το τεχνικό περιεχόμενο της επιστημονικής εργασίας . Με άλλα λόγια , η μελέτη των εργαστηρίων έχει προωθήσει στο ανώτατο σημείο ολόκληρο το φάσμα των ενεργειών , το οποίο είναι αναμεμειγμένο στην παραγωγή γνώσης .Αυτό έδειχνε ότι τα επιστημονικά αντικείμενα δεν είναι μόνο «τεχνικά» κατασκευασμένα σε εργαστήρια αλλά επίσης είναι ανεξήγητα «συμβολικά και πολιτικά ερμηνευμένα» . Για παράδειγμα , είναι ερμηνευμένα μεσώ κυριολεκτικών τεχνικών της πειθούς , τα οποία κάποιος βρίσκει ενσωματωμένα σε επιστημονικά χαρτιά , μέσω των πολιτικών στρατηγημάτων των των επιστημών στο να διαμορφώνουν συμμαχίες και να κινητοποιούν πηγές , ή διαμέσου επιλογών και μεταφραστικών αποφάσεων οι οποίες «χτίζουν» επιστημονικά ευρήματα από το τίποτα .Ένα συμπέρασμα από αυτό αποτελεί η γνώση ότι , στο να κατακτήσει κάποιος τους στόχους του , κυρίως οι ερευνητές , αναγκάζει την έρευνα να μεσολαβήσει , χρησιμοποιώντας τον όρο του Huckings , όχι μόνο στον φυσικό κόσμο αλλά ακόμα – πιο βαθιά – στον κοινωνικό κόσμο .

Ένα άλλο συμπέρασμα αποτελεί το γεγονός ότι τα προϊόντα της επιστήμης από μόνα τους έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται σαν πολιτιστικές υπάρξεις περισσότερο από φυσικά δεδομένα «εφευρεμένα» από την επιστήμη . Εάν οι εξασκήσεις οι οποίες έχουν παρατηρηθεί ήταν «πολιτιστικές» με την έννοια ότι δεν θα μπορούσαν να μειωθούν κατά την εφαρμογή των μεθοδολογικών όρων , τα «γεγονότα» τα οποία αποτελούσαν τα αποτελέσματα αυτών των πρακτικών οι οποίες πρακτικές πρέπει να παρατηρηθούν από την οπτική γωνία σαν να έχουν διαμορφωθεί από τον πολιτισμό .

Εάν τώρα συγκρίνουμε τις εργαστηριακές μελέτες με τις προηγούμενες μελέτες στην κοινωνιολογία των επιστημών και τεχνικών οργανισμών , μια παρόμοια αλλαγή στην προοπτική είναι προφανής .

Σε αντίθεση οι παραδοσιακές μελέτες των επιστημονικών πειραμάτων , μελέτες στην κοινωνιολογία της επιστήμης και τεχνικών οργανισμών δεν έχουν απασχολήσει τους εαυτούς τους με τα τεχνικά περιεχόμενα των αρχών που εμπλέκονται . Τα θέματα τους αποτελούσαν οι κλασσικές ερωτήσεις των οργανωμένων στρατηγικών και η παράστασή τους σαν ένα προαπαιτούμενο όρο , και πολύ πιθανό συντελεστή , στα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα (βλέπε π.χ. Kornhauser , 1962: Pelz & Andrews, 1966).

Βέβαια δεν πρόκειται για το πώς επιστημονικά γεγονότα ήταν από μόνα τους παραγμένα σε αυτό το επίπεδο ή το πώς οι σημαντικοί μηχανισμοί , στην διαδικασία της παραγωγής γνώσεων μπορεί να περιγραφούν . Εργαστηριακές μελέτες , για να είμαστε σίγουροι , δεν αποκλείουν οργανωτικές μεταβλητές . Για παράδειγμα , ερωτήσεις από πηγές επικοινωνίας μέσα στο συγκεκριμένο τόπο ή από συνδέσεις μεταξύ οργανωτικών θεμάτων οι οποίες επανεμφανίζονται σε περίπου όλες τις εργαστηριακές μελέτες . Παρόλα αυτά , αυτές οι ερωτήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο όχι με σεβασμό σε έναν τυπικά ορισμένο «οργανωτικό αποτέλεσμα» αλλά σαν ένα μέρος της πολιτιστικής συσκευής της παραγωγής γνώσεων το οποίο γίνεται φανερό στα εργαστήρια .

Η μετακίνηση του επικέντρου είναι πολύ σημαντική από δυο απόψεις:Προτείνει ότι με την απομόνωση οργανωτικών δομικών μεταβλητών και με την εκτέλεση των μεταβλητών καθώς και εξετάζοντάς τους , μέσω οργανισμών μπορεί να μην είναι αρκετό αυτό στο να μάθεις για τις επιλεγμένες απόψεις των οργανωτικών εργασιών , όταν αυτές οι εργασίες περιλαμβάνουν την βαθιά πορεία της συσχετισμένης πληροφορίας . Δεύτερο προτείνει ότι η δύναμη και η αποδοτικότητα των οργανισμών μπορεί να συνυπάρχει όχι μόνο με τις γενικότερες οργανωτικές δομήσεις τις οποίες υιοθετούν αλλά ακόμα και με τις συγκεκριμένες διαφορές τις οποίες εγκαθιδρύουν σε οργανωτικές πρακτικές , με σεβασμό στους άλλους οργανισμούς και με σεβασμό στο περιβάλλον γενικότερα .

3. Το εργαστήριο σαν θεωρητική αντίληψη:

Ο επανασχηματισμός των αντικειμένων και των υποκειμένων

Το εργαστήριο έχει μέχρι τώρα αποτελέσει και έχει χρησιμοποιηθεί σαν το μέρος στο οποίο τα ξεχωριστά ενδιαφέροντα της μεθοδολογίας και άλλοι τομείς όπως η οργανωτική κοινωνιολογία , μπορούν να φανούν σαν λύσεις σε πολιτιστικές πρακτικές οι οποίες δεν ήταν ούτε μεθοδολογικές ούτε κοινωνικές οργανώσεις αλλά κάτι διαφορετικό το οποίο χρειάζεται να ενσωματωθεί στην δική μας λογική και αντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει μια πληθώρα ενεργειών και απόψεων με τις οποίες , τα παλιότερα χρόνια , οι κοινωνικές μελέτες της επιστήμης , δεν είχαν ασχοληθεί .

Η σημαντικότητα αυτής της αντίληψης , ενός εργαστηρίου πολλές φορές βρίσκεται όχι μόνο στο γεγονός ότι έχει ανοίξει αυτό το πεδίο έρευνας και έχει προσφέρει ένα πολιτιστικό σκελετό μέσο του οποίου μπορούμε να «καθορίσουμε» αυτό το πεδίο . Ακόμα βρίσκεται στο γεγονός ότι το εργαστήριο από μόνο του έχει γίνει μια θεωρητική αντίληψη σε άμεση σχέση με την κατανόηση μας όσον αφορά στο θέμα της επιστήμης . Σύμφωνα με αυτή την πλευρά και με την προοπτική αυτού του θέματος , το εργαστήριο αποτελεί από μόνο του ένα σημαντικό παράγοντα στην επιστημονική ανάπτυξη . Σε άλλες σχετικές επιστήμες το εργαστήριο αποτελεί τον τόπο των μηχανισμών και των διαδικασιών τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επιτυχία της επιστήμης . Χαρακτηριστικά , αυτοί οι μηχανισμοί και διαδικασίες δεν αποτελούν κάτι το μεθοδολογικό και το κοσμικό .

Παρουσιάζονται σαν να μην έχουν να κάνουν μια ειδική επιστημονική λογική διαδικασία με λογική ή με , αυτό το οποίο γενικότερα λέγεται νομιμοποίηση .

Το σήμα καλής ποιότητας αυτών των μηχανισμών και των διαδικασιών είναι το γεγονός ότι σημαίνουν , χρησιμοποιώντας την ορολογία του Merleu-Ponty , έναν ανασχηματισμό του συστήματος του «οικειοποιούμαι» άλλων πράγματα , «του φαινομενικού πεδίου» στο οποίο η εμπειρία αποκτιέται μέσω της επιστήμης .

Σαν αποτέλεσμα αυτών των ανασχηματισμών η δομή των συμμετρικών σχέσεων η οποία επικρατεί μεταξύ της κοινωνικής τάξης και της φυσικής τάξης μεταξύ δραστών και περιβάλλοντος , έχει αλλάξει . Για να είμαστε σίγουροι , έχει αλλάξει βέβαια μόνο προσωρινά και μεταξύ των τοίχων του εργαστηρίου . Αλλά φαίνεται ότι έχει αλλάξει από πολλές πλευρές οι οποίες ανυψώνουν επιστημονικά κέρδη .

Τι όμως θέλω να πω λέγοντας , ανασχηματισμός του συστήματος «ο εαυτός-οι άλλοι-τα πράγματα» και πως αυτός ο ανασχηματισμός μπορεί να προκύψει; Το σύστημα αυτό «το ο εαυτός-οι άλλοι-τα πράγματα» από τον Merleau Ponty δεν είναι ο αντικειμενικός κόσμος ανεξάρτητος από ανθρώπους δράστες ή ο εσωτερικός κόσμος των υποκειμενικών εντυπώσεων αλλά ο κόσμος που έγινε αντιληπτός μέσω εμπειρίας και κόσμος ο συσχετισμένος με τους παράγοντες .Αυτό που οι εργαστηριακές μελέτες προτείνουν είναι ότι το εργαστήριο αποτελεί το μέσο αλλαγής του κόσμου συνδεδεμένου με τους παράγοντες με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει στους επιστήμονες να κεφαλαιοποιήσουν στην ανθρώπινη δυσκολία και στους κοινωνικοπολιτιστικούς περιορισμούς .

Το εργαστήριο αποτελεί ένα «γοητευτικό» περιβάλλον το οποίο «βελτιώνει» την φυσική τάξη όπως το έχουμε γευτεί στην καθημερινή ζωή σε σχέση με την κοινωνική τάξη . Πως λοιπόν αυτή η «βελτίωση» έχει προέλθει; Οι εργαστηριακές μελέτες προτείνουν ότι βρίσκεται στην «ευπλαστότητα» των φυσικών αντικειμένων . Τα εργαστήρια χρησιμοποιούν το φαινόμενο ότι τα αντικείμενα δεν είναι καθορισμένες οντότητες οι οποίες πρέπει να ληφθούν «όπως ακριβώς είναι» ή να αφεθεί στην δική τους κρίση . Στην πραγματικότητα , τα εργαστήρια σπάνια ασχολούνται με αντικείμενα τα οποία αφορούν την φυσικότητα . Του εναντίον , ασχολούνται με εικόνες αντικειμένων ή με τα ορατά , ακουστικά , ηλεκτρικά και ούτω κάθε εξής ίχνη , με τα συστατικά τους , με τις εξαγωγές , με τις «εξαγνισμένες» εκδοχές . Θεώρησε την μετάβαση από την γεωργική επιστήμη , ένα πεδίο επιστήμης , στην βιοτεχνολογία η οποία περιγράφεται σαν διαδικασία αντικατάστασης από τον Busch Lacy , Burkhardt and Lacy (1991) . Διαμέσου της μετατροπής από ολόκληρα φυτά τα οποία έχουν παραχθεί σε χωράφια , σε ομάδες κυτταρικών στοιχείων τα οποία χρησιμοποιούνται σαν δείγμα για ιατρικές και επιστημονικές μελέτες στα εργαστήρια , η οποία μετατροπή αναπτύχθηκε στα εργαστήρια , οι ενδιαφέροντες αυτοί μέθοδοι έγιναν σε μικρογραφία και επιταχύνθηκαν αρκετά .

Καθαρά μιλώντας , η ανάπτυξη των κυττάρων μέσα σε κυτταρικό τοίχωμα , σχήματος πιάτου είναι γρηγορότερη σε σχέση με την ανάπτυξη των ολοκληρωμένων φυτών στα χωράφια .

Επιπρόσθετα , αυτές οι μέθοδοι έγιναν ανεξάρτητες από τις εποχικές και κλιματικές καταστάσεις .Σαν αποτέλεσμα , οι φυσικές order time κλίμακες είναι περιτριγυρισμένες από τις κοινωνικές order time κλίμακες και κυρίως υπόκεινται στους περιορισμούς των εργασιών των οργανισμών και της τεχνολογίας .

Η αστρονομία παρέχει μια ακόμη διευκρίνιση : διαμέσου μιας λεπτής σύνδεσης με την φανταστική τεχνολογία , με το δυαδικό σύστημα , και με τα δίκτυα υπολογιστών ( Lynch ,1991 , Smith και Slaterewicz , 1985) , η αστρονομία έχει γίνει μια εργαστηριακή επιστήμη , παρόλα αυτά δεν αποτελεί μια πειραματική επιστήμη .

Υπάρχουν το λιγότερο τρία χαρακτηριστικά δείγματα φυσικών αντικειμένων , με τα οποία η εργαστηριακή επιστήμη δεν χρειάζεται να συμβιβαστεί :Πρώτον , δεν είναι απαραίτητο να ανεχθεί το αντικείμενο αυτό όπως ακριβώς έχει . Μπορεί να υποκαταστήσει όλα όσα είναι υποδιέτσερα και όχι επαρκή όσον αφορά στις κυριολεκτικές ή μερικές εκδοχές , όπως προαναφέρθηκαν . Δεύτερον , δεν είναι απαραίτητο να συμβιβαστεί με το φυσικό αντικείμενο όπου ακριβώς βρίσκεται , «αγκυροβολημένο» σε ένα φυσικό περιβάλλον .Εργαστηριακές μελέτες μεταφέρουν τα αντικείμενα στο οικείο περιβάλλον τους και τα μεταχειρίζονται «βάσει των δικών τους όρων» στο εργαστήριο . Τρίτον , η εργαστηριακή επιστήμη δεν χρειάζεται να συμβιβαστεί με ένα γεγονός το οποίο συμβαίνει και συνήθως δεν το περιμένουμε . Δεν χρειάζεται να «ανεχθεί» τους φυσικούς κύκλους του συμβάντος αλλά μπορεί να προσπαθήσει να το κάνει να «συμβαίνει» όσο συχνά θέλει αυτός ώστε να μπορεί να επεισέλθει σε μια στενή μελέτη . Τα εργαστήρια επιτρέπουν κάποιο είδος «οικειοποίησης» των φυσικών διαδικασιών . Οι μέθοδοι «επανέρχονται» και υπόκεινται μόνο στις τοπικές συνθήκες των κοινωνικών αρχών . Η δύναμη ενός εργαστηρίου (στην πραγματικότητα βέβαια εννοούμε όλους τους περιορισμούς του) παραμένει επακριβώς στην αποκλειστικότητα της φύσης του όπως ακριβώς είναι και ανεξάρτητο από τα εργαστήρια και τον εκπολιτισμό των φυσικών αντικειμένων. Το εργαστήριο επιβάλλει τις φυσικές συνθήκες στο να υποστούν «μια κοινωνική εξέταση και επιμελή διόρθωση» και λαμβάνει επιστημονικά αποτελέσματα από την καινούργια κατάσταση .

Αλλά τα εργαστήρια όχι μόνο «βελτιώνονται» εκ των προτέρων επάνω στην φυσική αρχή (φυσικό αξίωμα) . Επίσης , «βελτιώνει» την κοινωνική τάξη (κοινωνικό αξίωμα) στο εργαστήριο , με την έννοια ότι έχει παραμείνει παραμελημένο όσον αφορά στην φιλολογία των εργαστηρίων . Παραδοσιακά , η κοινωνικότητα έχει χαρακτηριστεί σαν ένας εξωτερικός παράγοντας στην καθοδήγηση της επιστήμης –κάτι το οποίο έρχεται στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να εξηγήσει τα λανθασμένα επιστημονικά αποτελέσματα (Bloor 1976 ;σελ.14) . Εργαστηριακές μελέτες και άλλες προσεγγίσεις στην καινούργια κοινωνιολογία της επιστήμης έχουν περιορίσει αυτήν την ασυμμετρία –το έχουν βρει εκπληκτικά εύκολο το να μπορούν να εξηγούν πολλά πράγματα τα οποία έχουν να κάνουν με την παραγωγή γνώσεων όσον αφορά στους κοινωνικούς παράγοντες και ακόμα μπορούν να δώσουν μεγάλη έκφραση στις αδιέξοδες συνδέσεις μεταξύ των αντικειμένων , των παραγόμενων από την επιστήμη και αυτών των παραγόμενων από τον κοινωνικό κόσμο. Μέχρι τώρα το σημείο το οποίο θέλω να τονίσω είναι διαφορετικό . Αναφέρεται στο γεγονός ότι το ανακατασκευασμένο μοντέλο επίσης εκτείνεται στα κοινωνικά αξιώματα. Εάν δούμε τις εργαστηριακές μεθόδους σαν μεθόδους οι οποίες «ευθυγραμμίζουν» τα φυσικά αξιώματα σε σχέση με τα κοινωνικά αξιώματα με το να δημιουργούν επανακατασκευασμένα «λειτουργήσιμα» αντικείμενα σε σχέση με τους παράγοντες ενός καθορισμένου χρόνου και τόπου , τότε είναι απαραίτητο να δούμε το πώς τα εργαστήρια είναι ικανά να καθιερώσουν «επανασχηματισμένους» επιστήμονες οι οποίοι γίνονται «κατορθωτοί» σε σχέση με αυτά τα αντικείμενα .

Σε ένα εργαστήριο , δεν είναι «ο επιστήμονας» ο οποίος αποτελεί πανομοιοτηπία με αυτά τα αντικείμενα .Σε αντίθεση , είναι οι παράγοντες αυξημένοι κατά ποικίλους τρόπους έτσι ώστε να μπορούν να «ταιριάζουν» σε μια συγκεκριμένη επιφαινόμενη εντολή των «ο εαυτός-οι άλλοι-τα πράγματα» μια συγκεκριμένη «εθνομεθοδολογία» ενός φαινομενικού πεδίου . Όχι μόνο τα αντικείμενα αλλά και οι επιστήμονες είναι «μαλακοί» με σεβασμό σε ένα φάσμα συμπεριφοριακών πιθανοτήτων . Επιπλέον , δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο εάν αυτοί οι επιστήμονες θα έπρεπε να παραμείνουν σταθερά σαν μεμονωμένες οντότητες οι οποίες είναι ξεχωριστές από αυτά τα αντικείμενα στο εργαστήριο . Συγκεκριμένος αριθμός των χαρακτηριστικών τους μπορεί να γίνει συνεκτεινόμενος με αυτά τα αντικείμενα . Μπορεί να είναι ερμηνευμένα σαν «ζευγαρωμένα» σε αντικείμενα και μηχανές ή μπορεί να είναι «εξαφανισμένα» , σαν ατομικοί παίκτες , σε επιστημονικούς συλλέκτες οι οποίοι ταιριάζουν τα αντικείμενα στο εργαστήριο. Στο εργαστήριο οι επιστήμονες είναι , από την μια μεριά , «μέθοδοι» οι οποίοι ενασχολούνται με την έρευνα . Αποτελούν ένα μέρος ενός ερευνητικού πεδίου στρατηγικής και μιας τεχνικής επινόησης στην παραγωγή γνώσεων. Αλλά είναι επίσης , από την άλλη μεριά , ανθρώπινα υλικά τα οποία έχουν «οικοδομηθεί» μέσα στα πλαίσια επικείμενων ενεργειών σε σχέση με άλλα υλικά μαζί με τα οποία «φορμάρουν» καινούργια είδη υπάρξεων και παραγόντων.

Πρόσφατα ο Latour είχε διατυπώσει ότι μας απασχολεί όχι μόνο το πώς οι επιστήμονες ερμηνεύουν τη φύση αλλά ακόμα το πώς οι επιστήμονες «επανα-ερμηνεύουν» την κοινωνία σαν μέρος των επιχειρήσεων τους. Για παράδειγμα , με το να εισχωρούν μέσα στα προϊόντα της δουλείας τους (1988) και με το να καθορίζουν την φύση , την οντολογία και να περιορίζουν τους κοινωνικούς δράστες (1989). Εργαστηριακές μελέτες δείχνουν το πώς οι «κατασκευαστές» από μόνοι τους είναι ανασχηματισμένοι , όχι σαν αποτέλεσμα των πολιτικών στρατηγικών των συγκεκριμένων παραγόντων αλλά σαν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων τρόπων πρακτικής.

4. Κατασκευισμός και εργαστηριακές μελέτες

Στα παραπάνω , έχω περιγράψει με αρκετή σαφήνεια τα κομμάτια και μικρά τεμάχια που προέρχονται από τις υπάρχουσες εργαστηριακές μελέτες – η ιδέα ενός εργαστηρίου σαν μια οντότητα η οποία περέχει επιστημονικά μερίσματα μπορεί ακόμα να βρεθεί στα λεγόμενα του Latour (1987). Η επανασχηματισμένη ιδέα προέρχεται από τον Knorr Cettina (1992 στο τύπο ). Το ενδιαφέρον στην συμβολική κατασκευαστικότητα είναι καλύτερα παρουσιασμένο στην Traweek (1988). Παρο όλα αυτά όμως , μέχρι τώρα έχω παραμελήσει την ποικιλία των υπαρχόντων εργαστηριακών μελετών , οι οποίες δεν μοιράζονται ένα μοναδικό μοντέλο επιστήμης. Στην πραγματικότητα , τα πέντε σημαντικότερα μονόγραφα σε μέγεθος βιβλίου, τα οποία είναι στην διάθεση όλων για εκτύπωση , επιδεικνύουν τόσες πολλές απόψεις και προσεγγίσεις στις επιστημονικές μελέτες όσοι είναι και οι συγγραφείς : Latour’s και Woolgar’s Εργαστηριακή ζωή του 1979 έχει εξελιχθεί στην συνεργασία του Latour με τον Michel Callon , κατά την διάρκεια μιας σημειωτικά εμπνευσμένης προσέγγισης του δικτύου δραστών .( Gullon 1986 , Latour 1988). Ο Knorr Cettina παρουσιάζει στο «η παραγωγή της γνώσης (1981)» μια κατασκευαστική προσέγγιση οροθετημένη μπροστά στην κοινωνιολογία της γνώσης , η οποία εκτείνεται μέσα σε ένα μοντέλο επιστημονικών πολιτισμών. Το έργο του Michel Lynch “Art and Artitact in Laboratory science (1985a)” μπορεί να φανεί αντάξιο σε μια ενθμεθοδολογική οριοθέτηση . Καθώς και του Traweek το μονόγραφο “Beamtimes and lifetimes (1988)” , παρουσιάζει την ανάλυση ενός συμβολικού ανθρωπολόγου ο οποίος εισβάλλει στον χώρο της φυσικής υψηλής ενέργειας . Παρόλα αυτά , κάποιες διασυνδέσεις χρειάζονται περισσότερες από μια μελέτη. Κάποιες οριοθετήσεις , σαν αυτή της κατασκευαστικότητας , έχουν αυξήσει κάποια σχόλια από το εξωτερικό περιβάλλον και έχουν αναπτυχθεί μέσα σε ολοκληρωμένες πρωτόπειρες προοπτικές κατά το δικό τους τρόπο και δίκιο .

Άλλοι όπως η έμπνευση κάποιων εργαστηριακών μελετών η οποία δημιουργήθηκε από συμβολισμούς , ρητορική και μεταφορική συμβολογία της κοινωνίας , σαν ένα συμπεριφοριακό πλαίσιο οδήγησαν σε συγκεκριμένα φιλολογικά μοντέλα για το πώς τα γεγονότα δομούνται .

Παρόλα αυτά , αλλά όπως τα εθνομεθοδολογικό ενδιαφέρον με την τέλεια και λεπτομερή ανάλυση των ημερήσιων εξασκήσεων έχουν καθιερώσει το ενδιαφέρον στην λεπτομερή περιγραφή της επιστημονικής εργασίας . Θεωρήστε πρώτα την «κατασκευαστικότητα» στις εργαστηριακές μελέτες .

4.1 Τι είναι όμως ο κατασκευισμός ;

Ο κατασκευισμός παραμένει αληθινός όχι στο να παραδοθεί αλλά στο να κατασκευαστεί .Βλέπει το ολόκληρο σαν συναρμολογημένο , σαν ανομοιομορφία , το λείο – μαλακό και ακόμα την επιφανειακότητα σαν να καλύπτει ένα εσωτερικό σκελετό. Όσον αφορά στον κατασκευισμό δεν υπάρχουν αρχικά , απροσποίητα «γεγονότα» : «Ούτε η κυριαρχία στους εργάτες από τους κεφαλαιούχους , ούτε η επιστημονική αντικειμενικότητα και βέβαια ούτε η πραγματικότητα από μόνη της».Τι όμως είναι αυτό που παράγει αυτή την έλλειψη υπακοής για τις ακέραιες οντότητες στον δικό μας σύστημα των απόψεων; Μέσα στις εργαστηριακές μελέτες , η επιμονή σε μια άμεση παρατήρηση και λεπτομερή περιγραφή έχει επανειλημμένα χρησιμοποιηθεί σαν μια συσκευή η οποία προκαλεί και υποστηρίζει την συμπεριφορά του κατασκευισμού. Μια από τις πρώτες εργαστηριακές μελέτες , η οποία χρησιμοποιήθηκε σαν μια επιγραφή , μια πρόταση την οποία πήρε από τον Dorothy L. Sayers «Ωχ θεέ μου , τα γεγονότα είναι σαν τις αγελάδες. Εάν τα κοιτάξεις κατάματα με αρκετά σκληρό τρόπο στην πραγματικότητα φεύγουν μακριά. (Knorr Cettina , 1981 p1).

Λεπτομερής περιγραφή μη κατασκευισμού. Όχι μόνο από ενδιαφέρον στην κριτική αλλά γιατί δεν μπορεί να παρατηρεί τις πολύπλοκες ανθρώπινες διαδικασίες και να συμμετάσχει στην δημιουργία μιας ακέραιας οντότητας , τα αμέτρητα όχι συμπαγή αντικείμενα συστατικά από τα οποία προέρχονται , η σύγχυση και η διαπραγμάτευση τα οποία συνήθως βρίσκονται στην καταγωγή , και η συνεχής αναγκαιότητα της δικής τους σταθερότητας και «πηκτικότητας» .

Οι κατασκευαστικές μελέτες έχουν αποκαλύψει την συνήθη ροή των πραγμάτων τα οποία αποτελούν τα μαύρα-κουτιά σαν «αντικειμενικά» γεγονότα και «δεδομένες» οντότητες και έχουν αποκαλύψει τις «εγκόσμιες» μεθόδους πίσω από συστήματα τα οποία παρουσιάζονται μονολιθικά , εμπνέουν δέος και είναι αναπόφευκτα .Η ανακατασκευή η οποία παρουσιάστηκε από τις κατασκευαστικές μελέτες είναι ούτε αρνητική ούτε μια στροφή ενάντια «απλή περιγραφή». Του εναντίον αποτελεί μια στροφή από την μέθοδο προαισθαντηκών αιτίων για την ονομαζόμενη πρόοδο της επιστήμης και ενάντια στην μέθοδο της παρατήρησης οι πραγματικού-χρόνου μηχανισμοί στην δουλεία , στην παραγωγή γνώσεων. Εάν αυτοί οι μηχανισμοί θεωρούνται στη επαρκή λεπτομέρεια , κάποιος τύπος του κατασκευισμού αποτελούσε την απάντηση την οποία οι εργαστηριακές μελέτες έδωσαν στις μικρομεθόδους τις οποίες παρατήρησαν στα πραγματικού-χρόνου επεισόδια των επιστημονικών εργασιών.

Οι θεωρίες των κατασκευιστών διαλύθηκαν από την πολυπληθότητα , πολλαπλασίασαν τους παίχτες , τα γεγονότα και τους μηχανισμούς οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι με τις επικρατούσες οντότητες σαν να ήταν επιστημονικά γεγονότα . Για παράδειγμα , ξεκινούν από το γεγονός του TRF (thyrotropin-realising-factor) στους παράγοντες που είναι αναμεμιγμένοι , στις συμμαχίες που έχουν κινητοποιηθεί και στις στρατηγικές οι οποίες συμμετέχουν στην δημιουργία ενός γεγονότος ( Latour & Woolgar , 1979) Μπορούν όμως ακόμα και να συναρμολογήσουν τον υλικό κόσμο στον οποίο τα επιστημονικά «ευρήματα» αναφέρονται. Ναι εάν και μόνο εννοούμε με την λέξη αυτή «πραγματικού-κόσμου» οντότητα παρουσιασμένο από επιστημονικές περιγραφές .Όχι εάν , εννοούμε την ύπαρξη μιας υλικής πραγματικότητας ή μια πραγματικού χρόνου διείσδυση και τυχαία αλληλεπίδραση με αυτόν τον κόσμο . Ο κατασκευισμός όπως εξηγήθηκε στις πρώτες εργαστηριακές μελέτες είναι ούτε μηδενισμός ούτε σκεπτικισμός , ούτε κάποιο δόγμα το οποίο μειώνει τα αντικείμενα σε κάτι σαν κατηγορηματικές και υποκειμενικές έννοιες . Οι κατασκευιστές έχουν αναγνωρίσει ότι ο υλικός κόσμος προσφέρει αντοχές . Τα γεγονότα δεν έχουν φτιαχτεί με το να ονομάζουμε και να τα καλούμε γεγονότα αλλά με το να είναι πολύπλοκα κατασκευασμένα ενάντια στις αντιστάσεις φυσικών και κοινωνικών αξιωμάτων. Αυτό από το οποίο ο κατασκευισμός αποχώρησε παρόλα αυτά είναι η ιδέα ότι οι νόμοι και οι προτάσεις της επιστήμης προωθούν φιλολογικές περιγραφές της υλικής πραγματικότητας , «και στην συνέχεια μπορούν να θεωρηθούν υπαρκτά σύμφωνα στους όρους αυτής της πραγματικότητας» και όχι στους όρους των μηχανισμών και των μεθόδων της κατασκευής.

Ο κατασκευισμός δεν ασχολήθηκε και ούτε τσακώθηκε για την μη ύπαρξη της υλικής πραγματικότητας από τις επιστημονικές μελέτες. Απλά αναρωτήθηκε και ρώτησε ότι «η πραγματικότητα» ή «η φύση» θεωρούνται σαν οντότητες οι οποίες συνεχώς ξαναπεριγράφονται μέσω επιστημονικών και άλλων εργασιών .Η επικέντρωση του ενδιαφέροντος , για τον κατασκευισμό αποτελεί η μέθοδος της αντιγραφής.

Διαχωριστικά Χαρακτηριστικά του Κατασκευισμού στις εργαστηριακές μελέτες.

Μία ρίζα του κατασκευισμού βρίσκεται σίγουρα στην ιδέα του ότι ο κόσμος της εμπειρίας μας είναι δομημένος με βάση ανθρώπινες κατηγορίες και σκέψεις . Για τον Κάντ, οι βασικές κατηγορίες του ανθρώπινου μυαλού έκαναν την δόμηση. Για τον Γορφ και τους εθνοεπιστήμονες, ήταν μια γλώσσα και μια κουλτούρα που συνειδητοποιήθηκε μέσω της γλώσσας, και για τους πρόσφατους - σύγχρονους μικροαναλυτές είναι συχνά έννοιες στενά συνδεδεμένες με διαπραγματεύσεις και με ορισμό καταστάσεων.

Μια δεύτερη ρίζα του κατασκευισμός μπορεί να διαπιστωθεί με βάση την ιδέα ότι ο κόσμος έχει δημιουργηθεί μέσω ανθρώπινης προσπάθειας και μόχθου. Προσαρμοσμένη στους ανθρώπινους θεσμούς αυτή η θεωρία είναι συγκεντρωμένη στην γνωστή φράση που ειπώθηκες από τον Μαρξ, «δεν μπορούν να την απαλλάξουν από δυσκολίες και πιέσεις». Η πρόσφατη ιστορία του κατασκευισμού στην κοινωνιολογία έχει να κάνει σε γενικές γραμμές περισσότερο με την φαινομενολογική παράδοση. Έρχεται στο επίκεντρο στο βιβλίο των Berger και Luckmann « Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» (1967), το οποίο αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον των κοινωνιολόγων στις ιδέες του κατασκευισμος. To κύριο ερώτημα των Berger και Luckmann - πως συμβαίνει και αντιλαμβανόμαστε τους κοινωνικούς θεσμούς ως «φυσικούς» και απαράλλαχτους όταν είναι εξ’ άλλου, δημιουργημένοι από την κοινωνία και αποτελούνται από κοινωνική δράση και γνώση - ξαναεμφανίζονται στο Κ.Μ.Ε.Τ. , πιο περιεκτικά ίσως σε έρευνες πάνω στο στέρεο, μονολιθικό και εμπνευστικό δέους χαρακτήρα των τεχνολογικών συστημάτων (Mac Kenzie, 1990a). Aλλά, συνολικά, οι απαντήσεις που δόθηκαν και η ώθηση των επιχειρημάτων του κατασκευισμος στο Κ.Μ.Ε.Τ. είναι διαφορετικά.

Οι ιδέες του κατασκευισμος ξαναγεννήθηκαν στις μελέτες των επιστημονικών εργαστηρίων παράχθηκαν από αυτές μέσω της φαινομενολογίας. Υπάρχουν πολλές ξεκάθαρες χρήσεις και συμπεράσματα των επιχειρημάτων αυτών που προσωπικά θεωρώ τα υπόλοιπα :

Πρώτα απ’ όλα η μεταφορά κατασκευής αποκτά μια πολύ δυνατότερη γεύση όταν σχετίζεται με την φυσική πραγματικότητα και την επιστήμη το να ισχυριστεί κανείς ότι οι συγγενικές σχέσεις ή οι τρυφερές σχέσεις είναι δομημένες με βάση τον κοινωνικό περίγυρο και επομένως δεν μπορούν να αποδοθούν στην φύση που η παρουσία της σ’ αυτού του είδους τις σχέσεις σήμερα σπάνια προκαλεί ενδιαφέρον. Αλλά για να κάνουμε τον ίδιο ισχυρισμό για τα επιστημονικά δεδομένα είναι βέβαια αρκετά ικανοποιητικό (Cole : 1991, Viere: 1988) και οδηγεί σε ατέλειωτες διαφωνίες για το είδος που ανυψώθηκε σχετικά με το πως ο κατασκευισμος αντιλαμβάνεται τον υλικό κόσμο (π.χ. Sismondo: 1993). Όταν ο Pinch και ο Bijker (το 1984) αναρωτήθηκαν αν οι ίδιες αρχές και μέθοδοι που οδηγούν τις μελέτες του κατασκευιστή πάνω στην επιστήμη μπορούν να εφαρμοστούν στην τεχνολογία, ελάχιστη αμφιβολία επακολούθησε σχετικά με το αν τα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούν να θεωρηθούν σαν δομημένα. Φαινόταν καθαρά ότι θα μπορούσαν, «Ο όρος construction», λεει ο Hamlin (το 1992) σε μια πρόσφατη συζήτηση των τεχνολογικών μελετών «θα φαινόταν πιο πολύ στο σπίτι στην τεχνολογία παρά στην επιστήμη (σελίδα 513). Έτσι οι ιδέες του κατασκευιστή δείχνουν δραστικές μόνο στην φυσική πραγματικότητα και σε σχέση με την δυσκολία του να παρέχουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα, την ανεξάρτητη ύπαρξη και δομή του υλικού μας κόσμου και την δική μας τοπικά επιτυχή εκπλήρωση /πραγματοποίηση ενός κόσμου δημιουργημένου μέσα από την επιστήμη που δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον υλικό κόσμο. Τα επιχειρήματα των κατασκευιστών Κ.Μ.Ε.Τ. σε μελέτες σχετικά με την επιστήμη δεν αντιμετωπίζουν τέτοια θέματα φιλοσοφικά . Μάλλον πιο πιθανά τα μετατοπίζουν από την μια περιοχή της συζήτησης σε μια άλλη, από την περιοχή τη φιλοσοφικής τεκμηρίωσης σ’ αυτήν της εμπειρικής εξέτασης. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό των αντιστοίχων μελετών βρίσκεται βέβαια στην συγκεκριμένη εργασία που προκαλείται από το κίνημα αυτό, την εργασία μιας εμπειρικής επιστημολογίας της επιστήμης και του κοινωνικού περίγυρου.

Μια τέτοια εργασία θεωρεί, για παράδειγμα, ποιες σχέσεις απέναντι στην φύση και την υλική πραγματικότητα εκπληρώνονται σε διαφορετικές περιοχές, αυτό που η υλική πραγματικότητα ορίζει στα πλαίσια της αντίστοιχης εργασίας. Πως συγκεκριμένα επιστημονικά καθεστώτα προβάλλονται και παρουσιάζονται στην πραγματικότητα, την λογοτεχνία, και σε άλλες τεχνολογίες, πως τεχνολογικές περιπλοκότητες όπως ανιχνευτές που μεσολαβούν για την φύση και την αντικειμενικότητα κ.ο.κ.. Για τις προοπτικές των κατασκευιστών Κ.Μ.Ε.Τ. στα πλαίσια της μελέτης της επιστημονικής εργασίας, πράγμα που δεν ισχύει πλέον για αυτούς της σύγχρονης κοινωνιολογίας, οι φιλοσοφικές ερωτήσεις σχετικά με την φύση της γνώσης παρέχουν μια πηγή. Αλλά βέβαια η απάντηση στις ερωτήσεις βρίσκεται πραγματικά αλλού, στην μελέτη των ουσιαστικών διαδικασιών παραγωγής γνώσης.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του κατασκευισμού όπως προκύπτει από εργαστηριακές μελέτες είναι η έμφαση που αποδίδεται στις αντίστοιχες μελέτες επάνω στο φαινόμενο ότι η γνώση επεξεργάζεται, επιτυγχάνεται και εκπληρώνεται μέσω πρακτικών δραστηριοτήτων που (αλλάζουν την μορφή) μετασχηματίζουν υλικές οντότητες και πιθανώς επίσης χαρακτηριστικά του κοινωνικού κόσμου. Αυτό κάνει αυτές τις μελέτες συνεχείς με την παραπάνω σύλληψη του κατασκευισμού ως δημιουργία του κόσμου μέσω μόχθου και προσπάθειας (Μαρξ) και υποδηλώνει μια θεωρία πρακτικής που συμπεριλαμβάνει, αλλά δεν συνυπάρχει με αντιπροσωπεύσεων.

Κάποιος χρειάζεται να δώσει έμφαση σ’ αυτό. Εκπροσωπώντας τις πρόσφατες επιστημολογίες οι οποίες βλέπουν τον κόσμο συντιθέμενο σε σχέση με σημαντικότερες αλυσίδες και την αποσύνδεση της επιστήμης που αποτελούν μόνο ένα μέρος μιας γενικότερης κριτικής των αντιπροσωπεύσεων (π.χ. P.M. Rosenau, 1992, κεφ. 7). Η κατασκευαστικότητα δεν έχει προσδιοριστεί σε εργαστηριακές μελέτες βασικά σε σχέση με γλωσσολογικά αντιληπτά ή αισθητά γεγονότα. Τελικά, οι μελέτες ενός κατασκευαστή που παρουσιάστηκαν με την ιδέα / θεωρία ενός εργαστηρίου, μια ιδέα που υπονοεί ότι, στην σύγχρονη κοινωνία, τουλάχιστον σε κάποιες δομήσεις του κόσμου, εκείνοι των φυσικών επιστημών, βρίσκονται να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα θέματα, στα «εργαστήρια» (Heidegger) και στα «περιεχόμενα ενός θέματος» (Lynch, 1991) περιγράφονται σ’ αυτές τις μελέτες. Μετατοπίζοντας την ιδέα του κατασκευισμού σε συγκεκριμένα φυσικά και επιστημονικά κενά που δημιουργούνται απομακρύνοντας το επίκεντρο από συγκεκριμένους δράστες, τους επιφανείς επιστήμονες του παρελθόντος και του παρόντος οι οποίοι συνεχίζουν να αναπαράγουν ιστορικές και σύγχρονες περιγραφές της επιστήμης. Σε πολλές περιοχές της εμπειρικής φυσικής επιστήμης η προσωπικότητα ενός επιστήμονα δεν αποτελεί πια αντικείμενο της επιστήμης και ο ρόλος του κάθε επιστήμονα ή των επιστημόνων (σαν σύνολο) και το στάτους τους σαν ανθρώπινους δημιουργούς ή εργαζόμενους προσαρμοσμένοι σε ένα περίγραμμα υλικών χρειάζεται να θεωρηθεί από το πλεονεκτικό σημείο της έναρξης σ’ αυτά που λειτουργεί . Η έμφαση στα «βέβαια κενά» στην δόμηση του κόσμου μας οδηγεί πίσω σε αυτά που ειπώθηκαν για τα εργαστήρια νωρίτερα. Αλλά επίσης φέρει στο επίκεντρο μια μεθοδολογική αρχή η οποία μπορεί να οδηγήσει τις εργαστηριακές μελέτες αλλά και να διαχωριστεί από αυτή του «να ακολουθείς τους δράστες» την οποία ο Latour (1987) προτείνει για την προσέγγιση της δικτύωσης του «δράστη» στο Κ.Μ.Ε.Τ. και ενημερώνει πολλές ιστορικές και βιογραφικές μελέτες της επιστήμης. Αν construction συγκεντρωθεί σε περιορισμένες τοποθεσίες, ο εθνογράφος χρειάζεται να «διαπεράσει τα κενά» και το σύνολο των πρακτικών από τις οποίες η οικοδόμηση της αλήθειας δημιουργείται. Στην επόμενη παράγραφο, θα μιλήσουμε για το τι έχουν να πουν οι μελέτες που υπακούουν σ’ αυτή την αρχή σχετικά με πως προκύπτουν τα επιστημονικά αποτελέσματα.

Πως δομούνται τα γεγονότα

Τίποτα επιστημονικά ιδιαίτερο δεν συμβαίνει

Η ώθηση των αρχικών επιστημονικών μελετών ήταν ότι επιχείρησαν να δείξουν πως τα φυσικά επιστημονικά γεγονότα έχουν οικοδομηθεί θεώρησαν την δημιουργία επιστημονικής γνώσης ανοιχτή στην κοινωνική επιστήμη της ανάλυσης και προχώρησαν στο να παρατηρήσουν την δημιουργία της γνώσης από την θέση του εργαζόμενου - εργάτη και την εργασία του σε επίπεδο επιστημονικής συζήτησης σχετικά με την αγορά και βέβαια στην γραφή επιστημονικών χαρτιών. Ένα άμεσο αποτέλεσμα όλων των εργαστηριακών μελετών ήταν ότι τίποτα επιστημονικά ιδιαίτερο δεν συνέβαινε σ’αυτές τις περιπτώσεις. Στην διατύπωση του Rorty (1985) «καμία ενδιαφέρουσα επιστημονική διαφορά» δεν μπορεί να αναγνωριστεί ανάμεσα στον στόχο της γνώσης και για παράδειγμα, το στόχο της δύναμης. Η έμφαση εδώ είναι στον επιστημονικό τομέα; εργαστηριακές μελέτες δεν έδειξαν ότι δεν υπήρχαν ενδιαφέρουσες κοινωνιολογικές διαφορές ανάμεσα στην μοριακή βιολογία στο κάθισμα εργασίας και σε ένα δωμάτιο δίκης, ή ανάμεσα στο «σώμα» ενός ανιχνευτή και στο εμπόριο με συναλλαγές. Η εμπειρία ότι τίποτε το επιστημονικά αξιόλογο δεν συνέβαινε εξαφάνισε τις αμφιβολίες που συνόδευαν τα πρώτα βήματα των αναλυτών στον εργαστηριακό χώρο. Η δημιουργία της γνώσης ήταν πραγματικά αξιέπαινη για την εμπειρική ανάλυση και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς ποτέ.

Construction ως διαπραγμάτευση και ως επίτευξη αλληλοεπίδρασης

Ποιο ήταν το δεύτερο σε σειρά σημαντικότητας αποτέλεσμα; Αν υποθέσουμε ότι σχεδόν τα πάντα είναι διαπραγματεύσιμα στην δημιουργία επιστημονικής γνώσης:

Τι είναι μικρόγλιο κύτταρο, και τι είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα (Lynch 1982, 1985a, κεφ. 4,8) ποιος είναι ένας καλός επιστήμονας και ποια μέθοδος είναι η κατάλληλη (Latour και Woolgar, 1979, p.p. 161#) αν κάποια μέτρηση είναι επαρκής ή κάποια χρειάζεται να έχει διάφορες αναπλάσεις (Knorr Cetina, 1981, Κεφ. 2.2), τι βλέπει κάποιο σ’ ένα αυτοραδιόγραφο φιλμ και τι όχι (Amann και Knorr Cetina 1989), ποιο είναι το καλύτερο περιβάλλον για καλή σωματική κατάσταση (Traweek, 1988, κεφ. 5) και τι μετράει σαν κατάλληλη πειραματική ανάπλαση (Η. Collins, 1985, κεφ. 2-3). Όπως δείχνει η τελευταία αναφορά, όχι μόνο εργαστηριακές μελέτες αλλά και εμπειρικές μελέτες της επιστημονικής εργασίας σε γενικές γραμμές έχουν επιδείξει την διαπραγματευσιμότητα των στοιχείων, τα αποτελέσματα, και τις διαδικασίες στην παραγωγή γνώσης. Η πιθανότητα της διαπραγμάτευσης σε συμφωνημένη διαμόρφωση γίνεται εφικτή μέσω της παρατήρησης, εκ μέρους αυτών των μελετών, έτσι ώστε τα επιστημονικά αποτελέσματα είναι εμπειρική «ημικαθορισμένα» από τις αποδείξεις που έχουμε με την έννοια ότι δεν έχουν συχνά ομόφωνα αποτελέσματα. Στην πραγματικότητα, τα πειραματικά αποτελέσματα είναι συχνά αδιαφανή, ασαφή, «σκοτεινά» και γενικά έχοντας ανάγκη να μεταφραστούν - επεξεργαστούν και περαιτέρω πειραματισμών. Γίνονται επίσης εφικτά με την ανακάλυψη, σε μελέτες επιστημονικής αναστρεψιμότητας και συζήτησης μέσω επιστημόνων, ώστε τα επιστημονικά ευρήματα και οι επιστημονικοί λογαριασμοί γίνονται συχνά αμφιλεγόμενα και τυχαίνουν περισσότερες της μιας ερμηνείας (Η. Collins, 1981a, Gilbert & Mulkay, 1984).

H αβεβαιότητα δεν επιδρά μόνο στα επιστημονικά αποτελέσματα και στην ερμηνεία τους αλλά επίσης στην ίδια την διαδικασία της έρευνα - όπως φαίνεται, ανάμεσα από άλλα πράγματα, σε μια πρόσφατη πληθώρα μελετών της επιστημονικής εργασίας που θεωρείται από συμβολικούς αλληλοεπιδράστες (π.χ. Clarke, 1987, 1990a; Fujimura, 1987,1988, 1992b;Gerson 1983, Star 1983, 1985, 1986, 1989a; Star & Griesemer, 1989). Για παράδειγμα, ο Fujimura επεξηγεί και αναλύει πως τα «προβλήματα που γίνονται» οικοδομούνται σε μια διαδικασία που έχει χαριστεί από αβεβαιότητα και ασάφεια την οποία οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν μέσω της «διάρθρωσης της εργασίας» για π.χ. μέσω της εργασιών διαπραγμάτευσης με την πληρωμή πρακτόρων κ.α. Έτσι οι αβεβαιότητες και «οι μεταφραστικές ελαστικότητες» ανοίγουν την πιθανότητα για διαπραγμάτευση και η ανθεκτικότητα που προσφέρει κάποιος ή κάτι επίσης δημιουργεί και καθιερώνει την «ανοιχτότητα» της διαδικασίας. Οι μελέτες των κατασκευιστών Κ.Μ.Ε.Τ. δεν θέτουν κανένα όριο μεταξύ αυτών των περιστάσεων. Για αυτούς είναι αρκετό να δείξουν ότι η κατασκευή των γεγονότων περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενα στοιχεία διαπραγμάτευσης και ότι η άμεση διαδικασία του να θέτεις «ερωτήσεις για την φύση» είναι διασπαρμένη με καταστάσεις στις οποίες η φύση δεν μιλά, ή ίσως δεν μιλά αρκετά καθαρά και σαφή έτσι ώστε να εμποδιστεί η διαμφισβήτηση.

Ποιες είναι οι παρατάξεις που εμπλέκονται σ’αυτές τις διαπραγματεύσεις: Φυσικά υπάρχουν επιστήμονες και γκρουπ επιστημόνων, καθώς επίσης και πρακτορεία που πληρώνονται, οι προμηθευτές του εξοπλισμού και των υλικών, οι πελάτες, οι επενδυτές, το κογκρέσο και οι εξέχοντες της επιστήμης, κ.ο.κ. Από την αρχή των εργαστηριακών μελετών, ήταν ολοφάνερο ότι οι εξωτερικοί παράγοντες παίζουν κάποιο ρόλο σ’ αυτές τις διαπραγματεύσεις. Έτσι η ιδέα ότι «η ακλόνητη / άσειστη απόφαση» των επιστημονικών αποτελεσμάτων είναι αγκυροβολημένη» σε «υπέρ» - επιστημολογικές αρένες της έρευνας ή σε «υπέρ» επιστημονικά πεδία (Knorr Cetina, 1981, κεφ. 4, 1982, 1988α). Μεταγενέστερες μελέτες (Fujimura, 1987 1988, 1992b) και ιδιαίτερα οι μελέτες των επιστημονικών τεχνολογιών έχουν επίσης ισχυρά αμφισβητήσει ότι οι τεχνικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ομάδες παίρνουν μέρος στον ορισμό των επιστημονικών και τεχνολογικών αναπτύξεων, και συνεπώς διευκρινίζουν έτσι την συπλαστότητα στον τρόπο που σχεδιάστηκαν οι τεχνολογίες (π.χ. Henderson, 1991a, Hughes, 1989b).Ο Gallon (1986) και ο Latour (e.g. 1990) στα γενικά τους για μια ανάλυση της συμπαραγωγής της κοινωνίας και της φύσης, προτείνουν ότι και εμείς περικλείουμε μη ανθρώπινους δράστες, όπως γκρουπ διαπραγματεύσεων στην ανάλυση μας. Οι μη ανθρώπινοι παράγοντες είναι π.χ. τα μικρόβια, τα όστρακα, ή την όξινη βροχή εξερευνημένα από την επιστήμη αλλά και μια πόρτα και ένα αυτόματο κλείσιμο πόρτας. Οι μη ανθρώπινοι παράγοντες περιλαμβάνουν τον κόσμο των πραγμάτων για τα οποία η μεσολάβηση αποδίδεται εκ μέρους των πιέσεων που θεωρούν πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά (μια πόρτα μας επιτρέπει να περπατήσουμε μέσω μόνο μιας συγκεκριμένης οδού), η οποία είναι από μόνη της συνέπεια της δουλειάς, της δύναμης, που εμείς βέβαια διορίζουμε σ’ αυτά. Ο Collins και ο Yearly (1992a) επέκριναν αυτή την επέκταση της μεσολάβησης σε πράγματα και στην θεώρηση των μη ανθρώπινων υπάρξεων σαν ολοκληρωμένες ομάδες για τις διαδικασίες των διαπραγματεύσεων - για π.χ. μπορεί να διαμφισβητηθεί το με ποια έννοια ή κατανόηση μας του πως δημιουργείται η γνώση έχει βελτιωθεί καθόλου αν απλά καλέσουμε οποία αλληλεπίδραση με μη ανθρώπινους παράγοντας, διαπραγμάτευση. Αλλά η γνώμη μου εδώ είναι διαφορετική επεκτάσεις σαν την παραπάνω δείχνουν τον βαθμό στον οποίο η ιδέα της κατασκευής σαν διαπραγμάτευση έχει διεισδύσει σε όλα τα μέρη της ανάλυσης της επιστήμης και της τεχνολογίας, ακόμη και σ’ αυτά της «ενόργανης» δράσης (η ανθρώπινη δράση που έχει οριοθετηθεί απέναντι στα πράγματα), η οποία έχει ξαναοριστεί έτσι ώστε να σημαίνει διαπραγμάτευση με τις οντότητες στις οποίες απευθύνεται.

Τι σημαίνει η διαπραγμάτευση όταν αναφέρεται σε δράστες της κοινωνικής ζωής: Δυστυχώς, οι περισσότερες από τις μελέτες των κατασκειστών Κ.Μ.Ε.Τ. μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει να αναλύσουν τα σχέδια και τις διαδικασίες που μεταλλάσσουν μια συνηθισμένη αλληλεπίδραση σε μια «διαπραγμάτευση». Γνωρίζουμε ότι αυτό που «μετράει σαν μια αξιόλογη εύρεση, σαν μια συγκεκριμένη ανατομική οντότητα, την απόδοση ενός πράγματος, μια διαδικασία μέτρησης, σαν μια επαρκή έκθεση δεδομένων και σαν ένα σχέδιο μεθοδικής δράσης» μπορεί να υποτεθεί και να τροποποιηθεί με έναν αλληλοεπιδρώμενα ευαίσθητο τρόπο (Lynch, 1985a, σελ. 264), αλλά γνωρίζουμε λίγα για τους κανόνες και τους μηχανισμούς που κυβερνούν και ελέγχουν αυτές τις τροποποιήσεις. Μια αρχική προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε από τον παραπάνω συγγραφές (1985 α, κεφ. 7), ο οποίος ρίχνει φως στον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αλλάζουν τις περιγραφές τους ή τους λογαριασμούς των επιστημονικών και τεχνικών αντικειμένων σε σχέση με τις εκφράσεις της διαφωνίας από άλλους. Την «προτίμηση για συμφωνία» διακρίνει ο Lynch στις αλλαγές των περιγραφών και αντιστοιχούν καλά σε εθνομεθοδολογικά ευρήματα σε συζητήσεις γενικά (π.χ. Pomerantz, 1975) αλλά η συμπεριφορά τους είναι συγκεκριμένη. Μέθοδοι επικοινωνίας μπορούν να παραχθούν μέσω της παραγωγής επιστημονικής γνώσης όχι μόνο όπως τα παθητικά μέσα επικοινωνίας μέσω των οποίων τα χαρακτηριστικά που κληρονομήθηκαν σε φυσικά αντικείμενα έχουν γίνει σαφή και ξεκάθαρα αλλά και σαν συμπαραγωγοί αυτών των χαρακτηριστικών. Αυτό είναι επίσης η ώθηση μια σειράς άρθρων των Amann και Knorr Cetina (1988a, 1989Q Knorr Cetina & Amann, 1990) που εκδόθηκαν στα σχέδια και τις χρήσεις των συγκεκριμένων ρουτινών συνομιλίας όταν οι επιστήμονες «σκέπτονται μέσω συζήτησης» και όταν παρουσιάζουν αναλύσεις των τεχνικών εικόνων μέσω συζητήσεων για την αγορά. Αντίστοιχα, οι ρουτίνες συνομιλίας αποτελούν μέρος των αλληλοεπιδρώμενων μηχανημάτων που παράγουν άμεσα γρήγορα αποτελέσματα όχι πανομοιότυπα με τις συνεισφορές των ατομικών συμμετοχών και όχι επικείμενα με μείωση σε «αντικειμενικά» χαρακτηριστικά των αντικειμένων. Σε άλλα κείμενα, για π.χ., στην μελέτη του Traweek για τα υψηλής ενέργειας φυσικά εργαστήρια, η διαπραγμάτευση αναφέρεται στις συνεισφορές των συμμετεχόντων για εξοπλισμό και πρόσβαση στην ακτίνα χρόνου, επίσης σε διαφωνίες πάνω στο ποιο πείραμα είναι να γίνει δεκτό και να παρουσιαστεί ή στον τρόπο να παρθούν οι πιο σωστές αποφάσεις - βάσεις για τέτοια θέματα (Traweek 1988, κεφ. 5).

Οι περισσότερες έννοιες της ιδέας των διαπραγματεύσεων φέρνουν στο επίκεντρο το στοιχείο της αλληλεπίδρασης σε επεισόδια της παραγωγής γνώσης : Δείχνουν πως η διαδικασία και το αποτέλεσμα της έρευνας είναι ευαίσθητα στην διαδικασία και στο αποτέλεσμα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Με αυτή την έννοια, η «διαπραγμάτευση» περισσότερο από άλλες ιδέες, φωτίζει τον «κοινωνικό» χαρακτήρας της διαδικασίας παραγωγής γνώσης. Παρόλα αυτά, υπάρχουν επίσης άλλες ιδέες με πολύ μικρή διαφορά στις επιπλέον σημασίες που χρησιμοποιήθηκαν για να φωτίσουν την ιδέα της κατασκευαστικότητας. Μία είναι η θεωρία της εκπλήρωσης προτιμώμενη από εθνομεθοδολογικές μελέτες της επιστημονικής εργασίας.(E.g. Garfinkel, Lynch και Livingston, 1986; Lynch, 1985a). Περιλαμβάνει την ιδέα της εργασίας της αγοράς. Που αφορά τεχνικά αντικείμενα και «εργαλεία» και μπορούν να ειδωθούν να περιβάλλουν το είδος των επιτήδειων κινήσεων που χρησιμοποιούν / υιοθετούν οι επαγγελματίες όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ανωμαλίες και αντιλογίες, για π.χ., στην δημιουργία μιας επιτυχούς θεωρίας (Star, 1989a). Μια άλλη θεωρία της «μετάφρασης μιας απόφασης και αυτή της «ακλόνητης απόφασης» των επιστημονικών αποτελεσμάτων. Αυτό καλύπτει τα αποτελέσματά της διαπραγμάτευσης αλλά επίσης περιλαμβάνει επιλογή διαδικασιών που συμπεραίνονται από ατομικές ή οικοδομικές και απόλυτες εκλογές (Knorr Cetina, 1981, 1982, 1988).

Πως ένας επιστήμονας αποφασίζει να πάρει μια συγκεκριμένη τεχνική απόφαση; Με το να μεταφράζει - επεξηγεί μια απόφαση σε άλλες αποφάσεις. Το σημείο σχετικά μ’ αυτές τις μεταφράσεις είναι ότι συχνά χρησιμοποιούν μη αντικειμενικά επιχειρήματα και καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες συνεχώς διασταυρώνουν τα σύνορα ανάμεσα στις σκέψεις που είναι κατά την γνώμη τους «επιστημονικές» και «μη επιστημονικές».

5.3 Ο κατασκευισμός σαν κυριολεκτική εποικοδόμηση και σαν αντιπροσωπευτική τέχνη

Οι διαδικασίες του κατασκευισμού είναι συχνά ρητορικές διαδικασίες. Συμπεριλαμβάνουν αντιπροσωπευτικές τεχνικές πειθούς, οι οποίες έχουν ερευνηθεί με σεβασμό σε επιστημονικά επιχειρήματα και χαρτιά. Οι πρώτες μελέτες της ερώτησης της φιλολογικής ρητορικής της επιστήμης μας δόθηκαν από τον Ousfield (1976) και τον Mullins (1977). Σήμερα ωστόσο υπάρχει μια αφθονία επιστημονικών αναλύσεων όπου καταγράφονται συζητήσεις με λεπτομέρειες σ’ αυτό το μήκος, και με διεύρυνση της ιδέας του «στυλ» σαν μέσο έκφρασης (δες Daston & Otto, 1991) . Μέσω εργαστηριακών μελετών, οι Latour και Woolgar (1979, κεφ. 6), περιγράφουν το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας σταθεροποίησης των γεγονότων σαν μια αγωνιστική διαδικασία στην οποία «τα μοντέλα» (τροποποιητές της κατάστασης της αλήθειας που φανερώνουν τον βαθμό ομοιότητας των γεγονότων) είναι συνεχώς προστιθέμενα, απορριφθέντα, αντιστρέψιμα, ή απλώς αλλαγμένα αλλά στα οποία η συνολική διαδικασία είναι φορμαρισμένη .

Τόνισαν επίσης την σημαντικότητα των «επιγραφικών τεχνασμάτων αντικείμενα από σύνολα εργαλείων ή συγκεκριμένα περιγράμματα τέτοιων αντικειμένων τα οποία μπορούν να μεταφέρουν μια υλική ουσία σ’ ένα σχήμα ή διάγραμμα» (Latour & Woolgar, 1979, p.51). Aκολουθώντας τα επιχειρήματα του Ε. Einstein με σεβασμό στα τυπωμένα υλικά, κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα τέτοιων επιγραφών. Επιγραφές, ιδιαίτερα τυπωμένες επιγραφές, μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία, να συγκριθούν, και να συνδυαστούν πιο εύκολα από τα υλικά αντικείμενα της εργαστηριακής εργασίας οι επιγραφές είναι, σύμφωνα με την ορολογία του Latour, (1987, σελ. 227), «αμετάβλητες και συνδυασμένες κινητές», οι οποίες, όπως ισχυρίζεται ο Henderson (1992) με σεβασμό στις οπτικές αντιπροσωπεύσεις, μπορούν επίσης να λειτουργήσουν σαν μια κοινωνική κόλλα ανάμεσα στους συμμετέχοντες.

Άλλες εργαστηριακές μελέτες έχουν υποδείξει ένα πλήθος λογίων τεχνικών για την αντικειμενικοποίηση η οποία αφαιρείται από τις αλληλεπιδράσεις και τις άλλες ποιότητες της εργασίας αγοράς στο εργαστήριο. Αυτές συμπεριλαμβάνουν την χρήση της παθητικής φωνής αντί για το «εγώ» ή το «εμείς» του εργαστηρίου, την κατατρόπωση των περισσοτέρων αν όχι όλων των εργαστηριακών λογικών για τεχνικές επιλογές, αυστηρών τεχνικών που έχουν μπει σε μια σειρά οι οποίες αντιστρέφουν την σειρά των γεγονότων στο εργαστήριο και δεν κάνουν καμιά αναφορά σε συνδέσεις κυκλοφορίας ανάμεσα σε στάδια εργασίας αγοράς, απλοποιήσεις και ακραίες τυποποιήσεις της πειραματικής διεργασίας που κρύβει τις ιδιοσυγκρασίες και τον τρόπο να ξέρουμε της εργαστηριακής εργασίας και αποθεμελίωση της εργασίας με σεβασμό στα περιεχόμενα της στρατηγικής και στις δυναμικές του κινήματος και την αναθεμελίωσή του στα πλαίσια «εξαιρετικών» επιστημονικών και πρακτικών ερωτήσεων από τις οποίες η εργασία δείχνει να απορρέει (Knorr Cetina, 1981, κεφ. 5,6).

Οι ερωτήσεις των αντιπροσωπευτικών τεχνικών επονομάστηκαν επίσης με σεβασμό στον σχεδιασμό εικόνας και στην διαδικασία (Amann & Knorr Cetina, 1988a; Henderson, 1991a; Hirschaner, 1991; Knorr Cetina & Amann, 1990) και μπορούν να διευκρινιστούν μέσω της δουλειάς του Lynch (1988) πάνω στον οραματισμό των επιστημών της ζωής και από τις μελέτες των Lynch και Edgerton της αντιπροσωπευτικής τέχνης στην σύγχρονη αστρονομία. Οι μελέτες αυτές θεωρούν ότι μια «αρχαία αισθητική» της φύσης που εξελίσσεται προς το καλύτερο μέσω μιας τεχνικής παρομοιώσεων είναι μέρος μιας διαδικασίας - ρουτίνας δημιουργίας εικόνας. Ο Lynch (1991) βλέπει τις τεχνολογίες σαν «διόπτρα» και «δυαδικό» στην δημιουργία εικόνας ενσωματωμένο σε «κορυφαίες υφές» μέσω των οποίων εννοεί την «χωρητικότητα μιας κατάστασης βασισμένη σε μια τεχνολογική πολυπλοκότητα». Αυτή η θεωρία μας γυρίζει πίσω στην ιδέα του εργαστηρίου σαν έναν χώρο μέσω του οποίου ορισμένες αντικειμενικώς ορθώς πιθανότητες θέτονται μέσα σε κάποια όρια, με το να προτείνουν ότι οι τεχνικές της εξελισσόμενης φύσης που σχεδιάζονται, για π.χ., με τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα μπορούν επίσης να οριοθετηθούν και να προκύψουν από συγκεκριμένους τοπικούς σχεδιασμούς και τα συναφή διαστήματα.

Η κυριολεκτική και ρητορική κατασκευαστικότητα αποτελεί κατασκευαστικότητα μέσω μετακίνησης εννοιών και δομή σε κείμενα παρόμοια με τις μετακινήσεις αυτές στον προφορικό όμως λόγο. Τα τεχνάσματα των επιγραφών προσθέτουν σ’ αυτό με το να παραδίδουν το εργαστήριο φυσικής επιστήμης σε ένα εργαστήριο παραγωγής κειμένου. «Η γραφική» κατασκευαστικότητα μέσω του μονταρίσματος των εικόνων επεξεργάζεται επιπλέον μέσα πειθούς και δίνει πως στυλαρισμένες σκέψεις ενημερώνουν την παράδοση ρεαλιστικών εικόνων. Όμως, οι προοπτικές ανάλυσης μέχρι σήμερα έχουν ένα μειονέκτημα: Δεν επονομάζουν την ερώτηση του πως τα επιστημονικά κείμενα και τεχνικές εικόνες κωδικοποιούνται από ένα κοινό και συνεπώς δεν μπορούν να πουν πως μια δοσμένη λόγια ή γραφική κατασκευαστικότητα επηρεάζει στην πραγματικότητα τεχνικές αποφάσεις. Διότι όλοι ανάμεσα σ’ ένα κοινό - ακροατήριο από ειδικούς γνωρίζουν πως τα δεδομένα, τα σχήματα και οι γραφικές παραστάσεις υπόκεινται σε τεχνικές αντιπροσώπευσης, αυτές οι οντότητες είναι επίσης εύκολα και άμεσα καταστρέψιμες, καθώς οι συζητήσεις επιστημονικών χαρτιών στα εργαστήρια παρουσιάζονται. Ενώ οι μελέτες επιστημονικής εργασίας συχνά κάνουν αναφορά σε τέτοιες συζητήσεις, ακόμη έχουμε έλλειψη από μια συστηματική ανάλυση της «καταστροφής» που οι ίδιοι οι επαγγελματίες παρουσιάζουν, σε πλαίσια ρουτίνας, πάνω σε εικόνες και κείμενα. Με άλλα λόγια, ενώ έχουμε μια επεξεργασμένη εικόνα του επιστήμονα σαν συγγραφέα, έχουμε έλλειψη από μία συστηματική ανάλυση του επιστήμονα ως αναγνώστη.

Η κατασκευαστικότητα σαν τοπική κατασκευαστικότητα: Οι αντιστροφές της πρακτικής.

Υπάρχει άλλη μία έννοια της κατασκευαστικότητας που εγγυάται ιδιαίτερη προσοχή μέσα στα περιεχόμενα εργαστηριακών μελετών. Αυτό δείχνει να είναι η κατασκευαστικότητα, πάντα, τοπική κατασκευαστικότητα. Όπως το θέτει ο Rouse (1987), παραφράζοντας τον Heidegger, «Η επιστήμη μπορεί να κατανοηθεί σαν μια ενδιαφέρουσα κατοικία στη μέση από έναν κόσμο εργασίας έτοιμο να παραδοθεί, παρά σαν μία αποκωδικοποιημένη αντίληψη των απομονωμένων πραγμάτων».(σελ. 1080. Αναδιοργανώσεις των “ο εαυτός-οι άλλοι-τα πράγματα” αποτελούν τοπικές αναδιοργανώσεις. Η ισχύς των εργαστηρίων όπως υπονοήθηκε πριν, είναι η δύναμη - ισχύς των τοποθεσιών. Αλλά η κατασκευαστικότητα επίσης σημαίνει κατασκευαστικότητα με τοπικές έννοιες και πηγές, με εξοπλισμό που ξεχωρίζει, τα χημικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται και είναι διαθέσιμα, οι τεχνικές μέθοδοι και η εμπειρία που προσφέρεται αμέσως έγκαιρα. Υπάρχουν πολλά π.χ. για αυτή την «εκμετάλλευση» της έρευνας, για την ανεξαρτησία και την εμπιστοσύνη πάνω σε τοπικά υλικά, την αντικατάσταση των μηχανημάτων και των χημικών για άλλα μηχανήματα και χημικά που δεν βρίσκονται στην αγορά, η επιλογή ενός τύπου έρευνας πάνω στα ζώα παρά κάποια άλλα που βασίζονται στην τοποθεσία, στο πόσο επείγουσα είναι μια «ιδέα» που προτείνεται και προωθείται από τοπικά επεισόδια και υλικά, κ.ο.κ.. Άλλοι αναλυτές χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους για να αναφερθούν στην υπονοούμενη αβεβαιότητα και ο Garfinkel (1983, σελ. 212), κάνουν αναφορά στο «ενσωματωμένο», «περιστασιακώς αβέβαιο», και στον «όχι σπιρτώδες» χαρακτήρα των εργαστηριακών πρακτικών. Ο Latour και ο Woolgar (1979, σελ. 239) αναφέρονται σε «καταστάσεις» σαν αυτή που ξεχωρίζει και γίνεται σχετική στην εργασία αγοράς. Και ο Knorr (1977; Knorr Cetina, 1981, κεφ. 2) αναφέρεται στις «δεικτολογίες» που εμφανίζονται στις «τοπικές ιδιοσυγκρασίες» και στα γρήγορα αποτελέσματα, σε ποικίλους κανόνες και δύναμη, και στην καιροσκοπία της έρευνας. Ακόμα και οι φιλόσοφοι που περνούν λίγο χρόνο «παρακολουθώντας» σ’ ένα εργαστήριο επιβεβαιώνουν αυτή την αβεβαιότητα / εξάρτηση (Giere, 1988, κεφ. 5). Ενώ υπάρχουν επίσης «στάνταρ» διαδικασίες οι οποίες λειτουργούν επιτυχώς σε πολλά εργαστήρια (βλ. π.χ. η σταθεροποίηση της τεχνολογίας DNA περιγραφόμενη από τον Fujimura, 1988, 1992b), εργαστηριακές μελέτες ερευνούν πως η επιτυχημένη λειτουργία μιας «στάνταρ» διαδικασίας οικοδομείται μέσω επώδυνων διαδικασιών προσαρμογής και μάθησης που ταιριάζουν τις τεχνικές με τις τοποθεσίες, και τους επιστήμονες στις μεθόδους τους. Επιπρόσθετα, εξετάζουν πως οι διαδικασίες «στάνταρ» εμφανίζονται να είναι «στάνταρ» μόνο μέσω συγκεκριμένων περιεχομένων στα οποία αντιμετωπίζονται σαν συστήματα των οποίων αντιλαμβανόμαστε την λειτουργία ενώ δεν γνωρίζουμε τα επιμέρους μέρη από τα οποία αποτελούνται σε σχέση με τα άλλα , «προβληματικές» τεχνικές, και πως αυτά τα συστήματα παρόλα αυτά παρουσιάζουν επίμονα προβλήματα στο εργαστήριο που έχουν να κάνουν με παραλλαγές στα μηχανήματα και στα υλικά (Amann, 1990; Jordan και Lynch, 1992).

Aποτελέσματα πάνω στον τοπικό χαρακτήρα της αγοράς εργασίας fly εν όψει των εκλαμβανόμενων ερμηνειών σύμφωνα με τις οποίες οι υποθέσεις και οι διαδικασίες στην επιστήμη είναι σταθεροποιημένες και παγκόσμιες, και σύμφωνα με τις οποίες το τοπικό περιβάλλον είναι κάτι παραπάνω από τυχαίο στην γενιά που έχει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα . Από την άλλη πλευρά, δεν είναι στην πραγματικότητα εκπληκτικά εν όψει των αναστροφών των κανονισμών και των γενικών μέσω του ορισμού και της δυναμικής της κατάστασης που γνωρίζουμε από άλλα τοπικά δεδομένα και μέσω της αναδιοργάνωσης την οποία τα εργαστήρια τρέφουν και βασίζονται πάνω. Με σεβασμό στην επιστήμη, το εύρημα είναι περίπλοκο με βάση το γεγονός ότι, μέσα στα πλαίσια της λογικής, αν η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα ενός εργαστηρίου πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, τότε γίνεται δυνατό να προκαλέσουμε αυτά τα αποτελέσματα σαν επιτεύγματα ανθρώπους. Η ορθότητα αυτών των αποτελεσμάτων είναι ιδιότητες των τοποθεσιών παρά των ιδίων των φυσικών αντικειμένων ( Rouse, 1987, σελ. 71). Διότι θα ήταν δύσκολο να διαφωνήσουμε με ότι όλες οι τοπικές επιλογές συμπεραίνουν στην πραγματικότητα ότι κατασκευισμός δεν είναι «τίποτε άλλο από» ασήμαντες ποικιλίες χωρίς επακόλουθο στην ορθότητα των αποτελεσμάτων που μας δόθηκαν, χρειάζεται λοιπόν μια νέα λογική. Οι μελέτες των κατασκευιστών Κ.Μ.Ε.Τ. υπονοούν ότι τα αποτελέσματα δεν γίνονται ασθενέστερα αλλά ακόμη πιο στέρεα και ενδιαφέροντα μέσω τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Τα τοπικά περιγράμματα τρέφουν τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και τις ευκαιρίες που, όταν είναι δομημένα σ’ ένα επιστημονικό αντικείμενο, μπορούν να το δουν πιο επιτυχημένα σε ευρύτερο πλαίσιο. Μ’ αυτήν την έννοια τα εργαστήρια είναι κάτι σαν περιβαλλοντικές θήκες (Vinck, 1991).

Μηχανήματα κατασκευής και κουλτούρες κατασκευής γεγονότων

Μελέτες της κατασκευαστικής εργασίας της επιστήμης δεν έχουν παρά πρόσφατα χρησιμοποιήσει μια συγκριτική προσέγγιση, αγνόησαν την ενδεχόμενη διαίρεση της επιστήμης σε σχέση με τις επιστημονικές στρατηγικές της καθώς και την πολιτιστική δομή της επιστημονικής μεθοδολογίας. Από την άλλη πλευρά, η συγκριτική προσέγγιση έχει εποικοδομητικά χρησιμοποιηθεί από την Traweek(1988-1992) για να ερευνήσει πολιτιστικές διαφορές μεταξύ των εθνών (ΗΠΑ και Ιαπωνία) σε σχέση με την εργαστηριακή οργάνωση, προσεγγίσεις σχεδιασμού και κατασκευής ανιχνευτών, μοντέλο αρχηγίας και μοντέλα καλών συνθηκών εργασίας για την επιστήμη που μελέτησε φυσική υψηλής ενέργειας. Έτσι η αμερικάνικη προσέγγιση «αθλητικής ομάδας»στην οποία ο αρχηγός είναι σαν « προπονητής» ο οποίος έχει μάθει να εντοπίζει παίχτες με υψηλά προσόντα και να σχεδιάζει στρατηγικές νίκης, αντιπαρατίθεται με την Ιαπωνική προσέγγιση «του σπιτικού» στην οποία το κάθε μέλος έχει ευθύνη να διατηρεί το σπίτι και τις πήγες του άθικτες και στην οποία η κατάσταση δεν καθορίζεται από τον συναγωνισμό αλλά από την ηλικία (Traweek, 1988 σελ.149, κεφ.5). Άλλες διαφορές αναφέρονται στην ισχυρή εξάρτηση των Ιαπώνων φυσικών στην βιομηχανία για την κατασκευή του ανιχνευτή τους, σε σύγκριση με την προτίμηση των Αμερικάνων φυσικών για τακτοποίηση (και αργότερα «αποσυναρμολόγηση») των κομματιών του εξοπλισμού από μόνοι τους. Η Traweek(1988, κεφ.3)αναλύει ιστορίες διαπρεπών φυσικών για τους εαυτούς τους, οι οποίες ορίζουν τις αρετές που συσχετίζονται με την επιτυχία, στα διάφορα στάδια της καριέρας της ζωής ενός φυσικού.

Ενώ το αντικείμενο του ενδιαφέροντος της Traweek είναι λιγότερο η δημιουργία φυσικής παρά η δημιουργία (αρσενικών)πολιτισμών φυσικής, ο Knorr Cetina (1991,στον Τύπο) χρησιμοποίησε πρόσφατα την ίδια μέθοδο σαν πρώτη προσπάθεια να ερευνήσει όχι την κατασκευή γεγονότων αλλά την κατασκευή μηχανημάτων που αναπτύσσονται στην κατασκευή γεγονότων. Τα μηχανήματα κατασκευής γεγονότων περιλαμβάνουν τον ικανό επιστήμονα όπως ερευνήθηκε, για παράδειγμα σε μελέτες προσόντων σαν κοινωνικά συσχετισμένες ιδιοκτησίες που αποκτήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στην αλληλεπίδραση(Amann, 1990 Hetu, 1989 σύγκρινε Pinch & Collins, 1992). Περιλαμβάνουν όμως επίσης οντολογίες οργανισμών και μηχανικών που προέρχονται από τον ανασχηματισμό of the self-other-things εφαρμοσμένα σε διαφορετικά πεδία, τη χρήση ενός σημείου έναρξης και σχετικών επιστημολογιών όσον αφορά το χειρισμό των φυσικών αντικειμένων και των αντιστάσεών τους, στρατηγικών τοποθέτησης της κοινωνικότητας στην εργασία μέσα από το σβήσιμο του ατομικού επιστημονικού υποκειμένου και την δημιουργία κοινωνικών «υπέρ»οργανισμών στη θέση του ή τη χρήση εξοπλισμού σαν μεταβατικά αντικείμενα (Knorr Cetina, στον Τύπο). Μια σύγκριση ανάμεσα στην εμπειρική φυσική υψηλής ενέργειας και στην μοριακή βιολογία δείχνει ότι η σημασία της εμπειρικής αλλάζει καθώς αυτά τα μηχανήματα εφαρμόζονται σε διαφορετικά πεδία. Με άλλα λόγια δείχνει τον διαχωρισμό των επιστημόνων σε σχέση με την κατασκευή μηχανισμών και την ύπαρξη επιστημονικών πολιτισμών.

Ο περιορισμός των διαδικασιών κατασκευής μέσα σε επιστημονικούς και εθνικούς πολιτισμούς έχει συνέπειες για το είδος των αποτελεσμάτων που παράγονται σε κατασκευαστικές μελέτες. Βρίσκουμε αλήθεια το ίδιο είδος διαπραγματεύσεων σε όλες τις πειραματικές επιστήμες; Είναι οι βασικές κατηγορίες που έχουμε αναπτύξει (π.χ. «απρόοπτα», «μετάφραση», «γονιμοποίηση αποφάσεων», «ηθοποιοί», «δίκτυα») και οι διαδικασίες που έχουμε περιγράψει εξίσου σημαντικά σε όλους τους τομείς; Από μια μικρό-εμπειρική οπτική γωνία, είναι αναγκαίο να δώσουμε περισσότερη προσοχή στο πώς αυτές οι κατηγορίες και διαδικασίες είναι εξαρτημένες σε τοπική πρακτική. Μοντέλα που γενικεύουν σε όλους τους τομείς και πειθαρχίες είναι πρώιμα. Η κίνηση προς το να λαμβάνουμε υπόψη τα μηχανήματα κατασκευής παρά τις μεμονωμένες πρακτικές μπορεί να δείξει μια ποικιλία μοντέλων που είναι άμεσα σε διαφορετικά περιεχόμενα, πολλαπλασιάζει έτσι τις θεωρίες για το πώς κατασκευάζονται τα γεγονότα.

5.7 Κατασκευή «με» εργαστήρια

και η κατασκευή της αποδεκτής γνώσης

Μέχρι αυτό το σημείο θεωρούμε κυρίως τις διαδικασίες κατασκευής εντός του εργαστηρίου. Ωστόσο μερικές από τις έννοιες που εισάγονται για να χαρακτηρίσουν τις ερωτήσεις σε αυτές τις κατηγορίες όπως η διαπραγμάτευση και η μετάφραση μπορούν επίσης να αναπτυχθούν σε συσχετισμούς ανάμεσα σε οντότητες σε μεγαλύτερες κατηγορίες, για παράδειγμα σε συσχετισμούς ανάμεσα σε εργαστήρια ή ανάμεσα σε οντότητες που λειτουργούν σε διαφορετικούς «κοινωνικούς κόσμους» (π.χ.Clarke 1990a; Fujimura, 1992b; Star&Griesemer, 1989; Zeldenrust, 1985). Τέτοιοι μεγαλύτεροι τομείς εξερευνούνται στην εθνογραφία του Downey
(στον τύπο)τεχνολογιών σχεδίου με την βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία, όπως υποστηρίζει ο Downey αλλάζοντας θέση σε ανθρώπους και ομάδες με κεκτημένα δικαιώματα σε αυτές τις τεχνολογίες και αναδιαπραγματεύεται τα θεσμικά όρια ανάμεσα σε πανεπιστήμια, βιομηχανία και κυβέρνηση. Η εθνογραφική μελέτη των Cambrioso&Keating (1991) της καθιέρωσης της διεθνούς ταξινόμησης των λευκών κυττάρων αίματος δείχνει ένα παρόμοιο ενδιαφέρον για τα μη τοπικά θέματα. Σε σχέση με τέτοια θέματα, κατασκευή σημαίνει συχνά την κατασκευή ενός κοινού πρόθυμου να πιστέψει στη γνώση που παράγεται από εργαστήρια, πρόθυμο να εφαρμόσει τα αποτελέσματά της και πρόθυμο να συνδεθεί με επιστημονικά ευρήματα, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, αναπαράγοντάς τα σε περαιτέρω έρευνα ή συζήτηση. Οι Latour(1983,1988) και Gallon(1980b,1991 Callon&law, 1982) έχουν χρησιμοποιήσει την έννοια της μετάφρασης για να αναφερθούν σε αυτή την διαδικασία. Πώς πείθω κάποιον να αποδεχθεί την πρότασή μου, την μέθοδό μου, την εφεύρεσή μου; Πείθοντας τους ότι τους συμφέρει να υιοθετήσουν την προσφορά μου, αναπροσδιορίζοντας τα συμφέροντά τους έτσι ώστε να συγκλίνουν με τα δικά μου, και «εγγράφοντας» ένα ετερογενές πλήθος «ηθοποιών» (με την έννοια των Creimas&Courtes, 1979, σελ.3) σε ένα δίκτυο συσχετισμών που σταθεροποιούν το τεχνικό αντικείμενο (Latour 1983). Η έννοια της μετάφρασης έχει με τον χρόνο αναπροσδιοριστεί για να σημαίνει όχι απλά μετάφραση συμφέροντος αλλά τον ορισμό ενός παράγοντα. «Το Α μεταφράζει το B» σύμφωνα με τον Gallon(1991, σελ.143) «χρησιμοποιείται για να πούμε ότι το Α ορίζει το Β». Με τις μεταφράσεις αποφάσεων (βλ. τμήμα 5.2) σημεία κατασκευής στις επιλογές, τα τοπικά απρόοπτα και οι μη επιστημονικές απόψεις δομούνται πάνω σε ένα επιστημονικό αντικείμενο. Με τις μεταφράσεις των Gallon και Latour, η ισχυρή ερμηνεία δεν είναι ότι η καθιέρωση ενός επιστημονικού ή τεχνικού αντικειμένου εξαρτάται από την έμφυτη χρησιμότητα ή «πιστότητα» του αποτελέσματος αλλά από το αν κάποιος επιτύχει στο να φτιάξει μια δομή συσχετισμών ανάμεσα σε εγγεγραμμένα μέρη μέσα από αμοιβαίους ορισμούς που προβάλλονται ως παράδειγμα 28. Ωστόσο, το δίκτυο περιλαμβάνει το επιστημονικό αντικείμενο και συσχετισμένα τεχνικά κομμάτια, και αυτά τα αντικείμενα δεν πρέπει να υποχωρήσουν αν όλο το σύστημα συσχετισμών δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έτσι η κατασκευή μέσα από δημιουργία με το δίκτυο χρησιμοποιώντας μετάφραση, προϋποθέτει ήδη και βασίζεται σε «συνεργαζόμενα» τεχνικά «αντικείμενα» όπως τα μικρόβια.

Σε μια ενδιαφέρουσα απόκλιση αυτού του επιχειρήματος, ο Latour(1983, 1988) στην εργασία του για τον Παστέρ ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία μετάφρασης ίσως αφορά και την αλλαγή κοινωνίας μέσα από δημιουργία αποικιών στον κόσμο με εργαστήρια εξωτερικά. Με άλλα λόγια, το να στρατολογήσει ένα κοινό ίσως σημαίνει επαναπροσδιορισμό, σε σχετικά μέρη, των συνθηκών που αποκτούνται στο εργαστήριο και που στηρίζουν την «αναπαραγωγικότητα» των επιστημονικών αποτελεσμάτων. Σύμφωνα με τον Latour, o Paster άλλαξε τις συνθήκες σε Γαλλικές φάρμες με τέτοιο τρόπο, ώστε η διαδικασία εμβολιασμού του έγινε ικανή να αναπαραχθεί σε αυτές τις καταστάσεις. Επιπλέον, άλλαξε τη Γαλλική κοινωνία κατά ένα ποίο γενικό τρόπο, προσθέτοντας σε αυτήν το μικρόβιο που είχε ανακαλύψει στο εργαστήριο σαν μεσολαβούντα παράγοντα σε επεξεργασίες τροφής και στη μετάδοση ασθενειών και σαν μεσολαβούντα παράγοντα σε κοινωνικές σχέσεις στις οποίες εμποτίζονται διαδικασίες υγιεινής και μόλυνσης. Έτσι, η οπτική ενός εργαστηρίου που χρησιμοποιείται σε τέτοιες μελέτες είναι μια οπτική από έξω, το εργαστήριο το ίδιο το βλέπουν σαν παράγοντα αλλαγής, μια συσκευή για το σχηματισμό και την κατασκευή της κοινωνίας. Υπηρετεί σαν κέντρο δράσης για τον «ορισμό» της κοινωνίας, για τον τμηματισμό της σε στοιχεία και για συνεισφέροντα χαρακτηριστικά. Αυτή η όψη δόμησης όπως η κοινωνική δόμηση με την βοήθεια των εργαστηρίων θα φαινόταν να είναι πιο κατάλληλη για την εξέταση τεχνολογίας ή επιστημονικών αντικειμένων προσανατολισμένα σε πρακτικές εφαρμογές. Όπως υποστήριξε ο Gooday (1992, σελ. 1) χρησιμοποιώντας ιστορικές πληροφορίες, η θέση του εξωτερικού εργαστηρίου έχει μόνο περιορισμένη ισχύ επεξηγήσεων όταν εφαρμόζεται σε άλλες αρχές που ασκούνται ταυτόχρονα με τη δουλειά του Paster.

7.Κριτική των εργαστηριακών μελετών και απόψεις για περαιτέρω μελέτη.

Εργαστηριακές μελέτες και μελέτες επιστημονικής εργασίας έχουν δεχτεί μεγάλη κριτική. Ένα θέμα που τίθεται σταθερά σε σχέση με τις μελέτες που θέτουν ισχυρισμούς είναι το ερώτημα του τι θέση παρέχουν αυτές οι μελέτες στα υλικά αντικείμενα. Πολλοί μελετητές του εργαστηρίου έχουν ισχυριστεί ότι η επιστημονική πραγματικότητα «αποτελείται από» τη διαδικασία αποριών, ότι είναι «μια συνέπεια παρά μια αιτία» επιστημονικών περιγραφών, ή ότι τα επιστημονικά γεγονότα είναι «αδιαχώριστα από τις απορίες που τα παράγουν» (Knorr Cetina, 1981, σελ. 3, Latour & Woolgar, 1979, σελ. 180-183, Lynch, 1985 α, σελ. 1ff., Woolgar, 1988 b). Σ` αυτούς του ισχυρισμούς υπάρχουν συχνά αντιρρήσεις οι οποίες βασίζονται στο ότι αυτές προτείνουν ότι τα υλικά αντικείμενα υπάρχουν μέσα από τις εκθέσεις που παράγονται από την επιστήμη, κάτι που οι περισσότεροι αναγνώστες βρίσκουν «πάρα πολύ μη αληθοφανές»(π.χ. Giere, 1988, σελ. 56 ff., Sismondo, 1993)

Ωστόσο, υπάρχει μια πιο συμπονετική ανάγνωση αυτών των ισχυρισμών σύμφωνα με την οποία αυτό που πράγματι αρχίζει να υπάρχει, συνήθως μέσα από μια μεγαλύτερη διαδικασία, όταν η επιστήμη «ανακαλύπτει» ένα μικρόβιο ή ένα υποατομικό μόριο, είναι η συγκεκριμένη οντότητα που διαχωρίζεται από άλλες οντότητες (άλλα μικρόβια, άλλα μόρια) και της δίνεται ένα όνομα, κάποια στοιχεία που την περιγράφουν και κάποιες τεχνικές με τις οποίες αυτή μπορεί να αναπαραχθεί και να χειριστεί. Με άλλα λόγια, κάποιο τμήμα ενός προϋπάρχοντος υλικού κόσμου συγκεκριμενοποιείται και γίνεται πραγματικό σαν κάτι που υπολογίζεται , που εξηγούμε για αυτό, και μπαίνει με πολλαπλούς τρόπους στην επιστημονική και καθημερινή ζωή. Αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα κάποιος φυσικός συσχετισμός αυτής της οντότητας υπήρχε, χωρίς να αναγνωριστεί, μπερδεμένος με άλλα υλικά, πριν στρέψουν οι επιστήμονες την προσοχή τους σε αυτό το αντικείμενο. Αλλά αυτό που δεν υποθέτεται είναι ότι η επιστήμη απλώς ολοκληρώνει την ιδέα προϋπαρχόντων φυσικών αντικειμένων καθορισμένα ακριβώς όπως η επιστήμη αργότερα περιγράφει από άλλα αντικείμενα. Ίσως κάποιος θα μπορούσε να πει ότι τα «γεγονότα» που αναπαράγονται από την επιστήμη παρέχουν την ικανότητα των υλικών αντικειμένων να αντιμετωπίζουν δυσκολίες μέσα από μορφές ζωής. Αλλά, φυσικά, αυτή η ικανότητα παραμένει προβληματική, ευαίσθητη στις συνθήκες, και ενδεχομένως εξαρτημένη πάνω σε ανασχηματισμό του υπολοίπου μιας μορφής ζωής καθώς οι δυσκολίες με την γνώση μεταφέρονται και εκδηλώνεται η «εξάπλωση της καινοτομίας». Θα έπρεπε επίσης να παρατηρήσουμε ότι αυτή η ικανότητα αντιμετώπισης δυσκολιών, όταν στρέφεται στο παρελθόν, απαιτεί δουλειά - για παράδειγμα, την δουλειά ιστορικών που ξαναγράφουν την ιστορία 29. Έτσι, το ερώτημα του πώς μια φυσική οντότητα βγαίνει στην επιφάνεια είναι πράγματι ενδιαφέρον και τίθεται από κατασκευαστικές μελέτες. Όμως δεν είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί παραγωγικά από μια οντολογική ταχυδακτυλουργία, όπως υποθέτοντας ότι οι καθορισμένες υλικές

οντότητες βρίσκονται έξω από την επιστήμη και έξω από την ανθρώπινη εμπειρία.

Υπάρχουν και άλλα θέματα κριτικής - ίσως η πιο σημαντική είναι η κριτική ότι οι εργαστηριακές μελέτες, ενώ είναι κατάλληλες για την μικρομελέτη των εφαρμογών των επιστημών σε καθημερινή βάση, είναι περιορισμένη όταν φθάνουμε στην μελέτη σχηματισμού ομοφωνίας (π.χ. Pinch, 1986, σελ. 30)30. Αυτή η αξιολόγηση είναι σωστή. Οι εργαστηριακές μελέτες μέχρι σήμερα έχουν κυρίως επικεντρώσει την προσοχή τους σε μεμονωμένα εργαστήρια ή σε λίγες περιπτώσεις εργασίας. Πολλές διαδικασίες σχηματισμού ομοφωνίας θα φαινόταν ότι αφορούν παραπάνω από ένα εργαστήριο και ενδεχομένως ένα ολόκληρο επιστημονικό τομέα. Από την άλλη πλευρά, οι εργαστηριακές μελέτες μπορούν να ρίξουν φως στις τυπικές απαντήσεις που οι νέοι ισχυρισμοί της γνώσης συναντώνται στην επιστημονική εξάσκηση και στις συνθήκες υπό τις οποίες τέτοιοι ισχυρισμοί φαίνεται να ενσωματώνονται σε περαιτέρω έρευνα. Μπορούν επίσης να ρίξουν φως στο πώς καταφέρνουμε εντός του εργαστηρίου να φτάσουμε σε τερματισμό των αντιπαραθέσεων σχετικά με την ερμηνεία πειραματικών αποτελεσμάτων, πριν η επιστημονική γνώση δημοσιευθεί. Εάν η ευελιξία ερμηνειών και η διαπραγμάτευση πειραματικών αποτελεσμάτων είναι ένα αθεράπευτο μέρος της επιστημονικής εργασίας, όπως ισχυρίζονται οι εργαστηριακές μελέτες, το ερώτημα για το πώς τελειώνουν οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να μπορεί να απαντηθεί από μελέτες αυτής της εργασίας. Ωστόσο, λίγοι μελετητές εργαστηρίων έχουν ασχοληθεί με αυτά τα θέματα μέχρι σήμερα 31, και αυτοί που έχουν, όπως ο Latour(1988) στην επαναδιατύπωση του ερωτήματος σαν ένα από τα γεγονότα «σταθεροποίησης», έχει ανατρέξει σε ιστορικά αρχεία.

Υπάρχει και ένα τρίτο μείζον θέμα κριτικής που τίθεται συχνά κατά των εργαστηριακών μελετών. Είναι ότι αυτές οι μελέτες και οι μελέτες επιστημονικής εργασίας επικεντρώνουν αποκλειστικά την προσοχή τους σε εσωτερικούς ζωντανούς κόσμους που συναντάμε σε εργαστήρια αλλά αγνοούν το κοινωνικό περιεχόμενο στο οποίο λειτουργούν τα εργαστήρια καθώς και τις πολιτικές απόψεις της επιστήμης (π.χ. Chubin, 1992-Fuler, 1992). Και αυτή η κριτική δικαιολογείται, αλλά θα φαινόταν ότι είναι σημαντικό κυρίως σε σχέση με εκείνες τις απόψεις ευρύτερου περιεχομένου και εκείνα τα σχετικά αποκτήματα των εργαστηρίων που επανεμφανίζονται στην επιστημονική εργασία και επηρεάζουν την δόμηση της γνώσης. Οι εργαστηριακές μελέτες διακηρύσσουν ότι ενδιαφέρονται για την δημιουργία της γνώσης, και δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει, και συγχρόνως διακηρύσσουν ένα ενδιαφέρον σε θέματα όπως η πολιτική της επιστήμης - εκτός φυσικά από όπου η πολιτική της επιστήμης διεισδύει στην εργαστηριακή κουλτούρα ή με κάποιο άλλο τρόπο προσανατολίζει το αποτέλεσμα της παραγωγής της γνώσης.

Το παραπάνω θέμα κριτικής δεν υπονοεί καθόλου τομείς έρευνας στους οποίους χρειάζεται να επεκταθούν οι εργαστηριακές μελέτες, και πράγματι αρχίζουν να επεκτείνονται - λάβετε υπόψη σας, για παράδειγμα, εργασία που εφαρμόζει την εθνογραφική προσέγγιση των εργαστηριακών μελετών σε τέτοια τα θέματα πολιτικά ευαίσθητα όπως οι κανονισμοί βιο-ασφάλειας του Καναδά(Charvolin, Limoges&Cambrosio, 1991) ή στο ταξίδι κυβερνητικών «φακέλων» σε ένα μονοπάτι θεσμικών τροποποιήσεων μέσα στο πλαίσιο μέτρων πολιτικής της κυβέρνησης του Κεμπέκ (Cambrosio , 1990, σελ.206). Ή λάβετε υπόψη την χρήση του Proctor (στον Τύπο) της μεταφοράς κατασκευής για να μελετήσει την κοινωνική δόμηση άγνοιας σε σχέση με τις αιτίες καρκίνου.

Επιπλέον, υπάρχει άλλος ένας τομέας στον οποίο χρειάζεται επέκταση των εργαστηριακών μελετών και αυτός είναι ο τομέας της ιστορίας των εργαστηρίων. Και εδώ, αρχίζουν να αναδύονται μελέτες (π.χ. Gooday, 1991, 1992 - Hessenbrunch, 1992 - Kingsland, 1992 - Shapin, 1988b) και ιστορικοί κατάλαβαν την ανάγκη - και τις μεθοδολογικές πιθανότητες - για μια έρευνα αποκάλυψης, αρχιτεκτονικής, εσωτερικών διαδικασιών και διαφορετικών ορισμών των εργαστηρίων.32 Ιστορικές μελέτες εργαστηρίων συνδέονται, από ιστορικές περιπτώσεις μελετών πειραματισμού (π.χ. Galison & Asmus, 1989 - Goodling, 1989 - Mackenzie, 1989 - Pickering, 1989 - βλ. Goodling, 1989). Αυτές οι μελέτες εκδηλώνουν μια ισχυρή αναγνώριση της ανάγκης να διερευνηθούν οι διαδικασίες πραγματικού χρόνου της πειραματικής εργασίας και να συνεχιστεί και να ενισχυθεί μια τάση που άρχισε όταν προγενέστερες μελέτες διαφωνιών στράφηκαν στην εξέταση πειραματικών επεισοδίων (π.χ. H.Collins, 1975 - Collins & Pinch, 1982b - Pinch, 1986 - Shapin & Schaffer, 1985).

Τελικά, ένας πιο ενδιαφέρον τομέας μελλοντικής επέκτασης θα ήταν ένας στον οποίο θα μετακινούμασταν από την επιστήμη και τις μελέτες τεχνολογίας στην κοινωνιολογία γενικά και θα λαμβάναμε υπόψη την πιθανότητα ότι τα εργαστήρια εξηγούν με παραδείγματα χαρακτηριστικά που βρίσκονται επίσης σε οργανωμένα τμήματα όπως είναι η κλινική, το εργοστάσιο, ο κήπος, η κυβέρνηση. Τέτοια ερωτήματα θα έφερναν τις εργαστηριακές μελέτες σε επαφή με την «νέα καθιέρωση» στην κοινωνιολογία (Douglas ,1986a - Powell & Dillagio, 1991),μια κατεύθυνση της έρευνας που «ξεπακετάρει» θεσμικούς κανονισμούς στην σύγχρονη κοινωνία υιοθετώντας μια πολιτιστική και συμβολική προσέγγιση. Εργασία η οποία αρχίζει στον τομέα 33 υποστηρίζει ότι διαδικασίες δημιουργίας εργαστηρίου μπορούν να βρεθούν σε μια μεγάλη ποικιλία τμημάτων και ότι ίσως θα ήταν χρήσιμο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα σε είδη εργαστηρίων και μοντέλα εργαστηριακού σχηματισμού. Σε τελική ανάλυση η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία «τοπικών». Αυτά που μάθαμε από εργαστηριακές μελέτες για την «τοποθέτηση» της γνώσης (βλ. Haraway, 1991b) ίσως να μπορούν να εφαρμοστούν σε μεγαλύτερα ερωτήματα σχετικά με το να γίνει τοπική η πείρα σε πολλαπλά και διάφορα τμήματα. Τι διαφορετικά μοντέλα αναδύονται όταν λάβουμε υπόψη αυτά τα τμήματα σε σχέση με τις επιστημονικές τους σχέσεις σε ένα περιβάλλον; Πώς αντανακλάται η ισχύς της τοποθεσίας των συμβάντων που βρίσκονται στο επιστημονικό εργαστήριο, στην ισχύ άλλων διαχωρισμένων χώρων; Το να εντοπίσουμε έννοιες έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία στην μικροκοινωνιολογική έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο δεν έχουν βρεθεί ακόμα θεωρητικοί σχηματισμοί του συσχετισμού της τοποθεσίας των συμβάντων. Το εργαστήριο όπως μελετήθηκε με Κ.Μ.Ε.Τ. ίσως να βοηθήσει στο να επικεντρωθούμε στα πολλά θέματα που υπονοούνται όταν μιλάμε για τοποθέτηση και εντοπισμό και να βοηθήσει στην παραγωγή του παραπάνω θεωρητικού σχηματισμού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Λεω «ξαναπευθύνεται» διότι έχουν υπάρξει πιο συνυπολογισμένες μελέτες πιο πριν, για παράδειγμα, η πρώτη εργασία του Merton(1938/1970) στην Αγγλία του 17ου αιώνα.

Κατά την διάρκεια συζητήσεων, η γνώση καταργείται από τους ίδιους που την ασκούν, και καθώς χωρίζεται σε κομμάτια, οι αναλυτές μπορούν να εξετάσουν την λειτουργία των προδιαγραφών που φυσιολογικά πιστεύεται ότι τη συγκρατούν και τις κατά τα συμφραζόμενα επιρροές που πληροφορούν τους αντιπάλους και τη δουλεία τους.

Εκείνη την εποχή, αυτή η επιρροή διευκρινιζόταν όσον αφορά ένα μοντέλο συμφέροντος από το οποίο μερικοί κοινωνιολόγοι της γνώσης όπως ο Pickering και Shapin έχουν μετακινηθεί τα τελευταία χρόνια. Δείτε για παράδειγμα, Pichering και Stephanides (π.χ. 1992) και Shapin και Scaffer (1985). Για κριτική της έννοιας των συμφερόντων σε επιστημονικές μελέτες, δείτε Woolgar(1981).

Φυσικά συμπίπτουν οι δύο αναπτύξεις στο ότι μελέτες αντιφάσεων συνήθως αφορούν και ισχυρισμούς γνώσης που δεν έχουν «τακτοποιηθεί» και με αυτή την έννοια ημιτελής γνώση. Η σύγκληση είναι πιο εμφανής σε μελέτες που εξετάζουν αντιφατικές πειραματικές αποδείξεις και standards όπως οι προαναφερθείσες μελέτες από τον Collins ή όπως αυτές των Collins & Pinch(1982a, 1982b) και Pinch(1986).

Γνωρίζω μόνο μια μελέτη από πριν το 1977 που μπορεί να θεωρηθεί εργαστηριακή μελέτη. Είναι μια μελέτη από τον φυσικό και θεολόγο Thill(1972), του οποίου η δουλειά χρηματοδοτήθηκε από μια ομάδα προοδευτικών Καθολικών που δεν είχαν σχέση με την Ακαδημία. Αυτή η εργασία δίνει πολύτιμες τεχνικές γνώσεις για τις μεθόδους των φυσικών, αλλά δεν απευθύνεται στα θέματα κεντρικά προς κοινωνικές μελέτες επιστήμης. Ο πρώτος «κοινωνιολογικός» εθνογράφος της επιστήμης που ξεκίνησε μια μελέτη επιστημονικής εφαρμογής φαίνεται ότι ήταν ο Michael Lynch, ο οποίος ξεκίνησε την δουλειά του το 1974(βλ. Lynch, 1985a, 1991 σελ. 51). Οι μελέτες των Latour και Knorr Cetina διεξήχθησαν ανάμεσα στα 1975 και 1977, ενώ η μελέτη του Lynch στην Καλιφόρνια (Knorr, 1977 - Knorr Cetina, 1981 - Latour &Woolgar, 1979). Η Traweek ξεκίνησε επίσης την δουλειά της στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (βλ.Traweek 1988).

Βλέπε Nickles (1988) για σχόλια πάνω σε αυτές τις στάσεις και για πιο πρόσφατες αλλαγές στην φιλοσοφία της επιστήμης.

Αυτό κρατάει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν η προαναφερθείσα μελέτη αντιπαλότητας έγινε έρευνα του ρόλου των πειραματικών αποδείξεων και των προδιαγραφών πειραματισμού (βλ. Collins, 1975 -Travis, 1981-Harvey, 1981-Collins&Pinch, 1982b).Η κατάσταση άλλαξε την αφύπνιση των εργαστηριακών μελετών με την έννοια ότι τώρα υπάρχει ένα νέο ενδιαφέρον σε όλα τα σχετικά θέματα σε διαδικασίες πειραματισμού πραγματικού χρόνου (βλ. για παράδειγμα τις μελέτες που συνέλεξε ο Gooding και άλλοι 1989). Δες επίσης την ιστορική μελέτη από τους Shapin και Scaffer (1985) και το κομμάτι 6 αυτού του κεφαλαίου.

Οι εργαστηριακές μελέτες που διαφωνούσαν με αυτά τα σημεία ήταν κυρίως των Latour & Woolgar (1979), Knorr (1977), Knorr Cetina (1981), Zenzen & Restivo (1982) και Lynch (1985a). Όσον αφορά την πολιτική φύση της επιστήμης, δες επίσης Shapin(1979) και Wade(1981). Για μία περισσότερο ανθρωπολογική μελέτη των επιστημονικών εργαστηρίων, βλ. Traweek (1988).

O Hacking (1983)κάνει ένα διαχωρισμό ανάμεσα στα πειράματα που «επεμβαίνουν» και στις επιστημονικές θεωρίες που « αντιπροσωπεύουν». Αυτός ο διαχωρισμός, ωστόσο, δεν δίνει επαρκές βάρος τη χρήση των θεωριών στον πειραματισμό ή στο γεγονός ότι μερικά πειράματα, όπως θα δούμε αργότερα, δίνουν περισσότερη σημασία στην αντιπροσώπευση παρά στην επέμβαση.

Ίσως αρκεί όταν το περιεχόμενο της δουλειάς είναι περιορισμένο να κάνουμε ψηφιακούς τους χειρισμούς ρουτίνας σαν το είδος που περιγράφεται από τον H. Collins (1990-1992).

Η αρχική ιδέα του Merleau-Ponty (1945\1962) στη γαλλική έκδοση του βιβλίου του «το σύστημα ‘Moi-Autrui-les choses» (σελ. 69). Για την Αγγλική μετάφραση και την έκθεση της ιδέας του, βλέπε Merleau-Ponty(1945\1962, κεφ. 5 και σελ. 57). Για μια διαφορετική εφαρμογή της ιδέας από ένα φαινομενικό τομέα σε πρόσφατη εθνομεθολογική δουλειά, βλέπε τα άρθρα από τους Garfinkel, Bjelic, Lynch στην Watson & Seiler (1992).

Αυτό το σημείο πρέπει να διαχωριστεί από την κοινή γλώσσα των επιστημόνων, η οποία συχνά διατηρεί διαχωρισμό ανάμεσα στα λιγότερο ή περισσότερο «φυσικά» -για παράδειγμα, ανάμεσα στο «άγριο είδος» ποντικού που αντιπροσωπεύει το «φυσικό» ποντίκι- και άλλα είδη. Ωστόσο, το «άγριο είδος» είναι τόσο προϊόν ειδικής εργαστηριακής εκτροφής που παρέχουν ποντίκια στους επιστήμονες όσο άλλα ζώα εργαστηρίου, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει στην φύση αλλά το εργαστήριο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανονικά ποντίκια που αιχμαλωτίστηκαν στο δάσος εξαιτίας των «μη ταξινομημένων» διαφοροποιήσεων και ασθενειών που κουβαλούν αυτά τα ζώα. Παρομοίως, σε τεχνολογικά πειράματα σε ζωντανούς οργανισμούς είναι διαφοροποιήσεις του εργαστηρίου που αναφέρονται σε διαφορές στις βαθμίδες επέμβασης ή χειρισμού που γίνονται σε φυτά και ζώα σε αντίθεση με χειρισμούς ουσιών σε δοκιμαστικούς σωλήνες, και τα λοιπά. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε «σε ζωντανούς οργανισμούς» σαν μορφή της φύσης που διατηρείται σε εργαστήριο. Ωστόσο, αυτό που θέλω να πω εδώ δεν είναι ότι τέτοιες μορφές δεν μπορούν να υπάρξουν σε εργαστήρια ή ,διατυπωμένο διαφορετικά, ότι όλα πρέπει να μετατρέπονται συνέχεια όταν μπαίνουν σε ένα εργαστήριο. Είναι μάλλον ότι η έννοια του εργαστηρίου μπορεί να συνδεθεί με την αναζήτηση και διαφωνία κεντρικών μετατροπών και ότι η αποτελεσματικότητα του εργαστηρίου στη σύγχρονη επιστήμη μπορεί να αποσαφηνιστεί αν λάβουμε υπόψη αυτές τις μετατροπές. Σημειώστε επίσης ότι αυτή η έννοια δεν δεσμεύει το εργαστήριο με αυστηρά όρια ούτε απαιτεί το εργαστήριο να είναι φυσικός χώρος.

Για περισσότερες επεξηγήσεις τέτοιων ανασχηματισμών στην εμπειρική φυσική υψηλής ενέργειας και στην μοριακή βιολογία, βλ. Knorr Cetina (στον Τύπο, κεφ. 3-5), για την παραγωγή τέτοιων ανασχηματισμών στην χειρουργική, βλ. Hirschauer (1991), για την ιατρική γενικά βλ. Lachmund (1994).

Σχολιαστές που αντιπροσωπεύουν πολλούς άλλους είναι ο Giere (1988)και ο Cole(1991). Για μια γενική επισκόπηση, βλέπε Zuckerman (1988b).

Οι Berger και Luckmann (1967) αναφέρθηκαν στις διαδικασίες καθιέρωσης, συμβολισμού μέσα από την γλώσσα, και νομιμοποίησης για να λογοδοτήσουν για την εμπειρία κοινωνικών θεσμών σαν συμπαγή και «φυσικά».

Το αν η εργασία της επιστήμης είναι σφαιρικά επιτυχής μακροπρόθεσμα είναι σήμερα αμφισβητούμενη.

Μέσα σε επιστημονικές μελέτες, μη κατασκευισμός πληροφορεί για απόψεις όπως «αντανακλαστικότητα» (Woolgar & Ashmore, 1988) και ανάλυση λόγου (Fuhrman & Oehler, 1986 - Gilbert & Mulkay, 1984 - Mulkay, Potter & Yearly, 1983).Βλέπε επίσης και το σχετικό κεφάλαιο στην ανάλυση λόγου σε αυτό τον τόμο.

Μερικοί μελετητές εργαστηρίου, o Latour συγκεκριμένα, διατήρησε ισχυρό ενδιαφέρον στους πράττοντες, ένα ενδιαφέρον που κωδικοποιείται σαν η προσέγγιση «του δικτύου αυτών που πράττουν» (π.χ. Latour ,1987)

Αυτή η εμπειρία εμπειρικού υποπροσδιορισμού πρέπει να διαχωριστεί από τον λογικό υποπροσδιορισμό (π.χ. Grunbaum, 1960).

Αυτό θα φαινόταν να ισχύει περισσότερο σε τομείς όπως η πειραματική φυσική υψηλής ενέργειας που εξαρτάται πάρα πολύ από εξωτερικές προμήθειες τμημάτων της κατασκευής των ανιχνευτών τους. Ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται ένας ανιχνευτής επηρεάζεται από το πια μέρη είναι διαθέσιμα και σε τι κόστος. Ο ανιχνευτής, από την άλλη, καθορίζει μαζί με άλλα στοιχεία στο πείραμα (π.χ. την ενέργεια και την φωτεινότητα που προμηθεύονται από συγκρούσεις ) τι «φυσική» θα προκύψει σαν αποτέλεσμα του πειράματος.

Αυτό είναι πιο σχετικό σε τομείς «μεγάλης» επιστήμης, όπως η διαστημική έρευνα ή η εμπειρική φυσική υψηλής ενέργειας, όπου ο εξοπλισμός εξαρτάται από το ποσό χρηματοδότησης που διαπραγματεύεται με το Κογκρέσο και παρόμοιους κυβερνητικούς κύκλους, και πού θα προχωρήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις χωρίς μεσολαβητές, όπως εταιρείες χρηματοδότησης.

Ο όρος «πράτων» δανείζεται από την σημειολογία, όπου περιλαμβάνει μη ανθρώπινους πράττοντες, απαιτώντας μόνο ότι αυτοί «συμμετέχουν σε μια διαδικασία»(βλ. Creimas &Courtes, 1979, σελ. 3).

Για παράδειγμα, η εργασία που θα έπρεπε να κάνουν οι άνθρωποι αν δεν υπήρχαν πόρτες, σύμφωνα με τον Latour, είναι το να ανοίξουν μια τρύπα στον τοίχο και μετά να τον ξανακτίσουν (Johnson[Latour], 1988).

Θεωρώ επιστημονικά επιχειρήματα αυτά που, στα μάτια αυτών που συμμετέχουν, προωθούν την αλήθεια των αποτελεσμάτων.

Οι επιγραφές, φυσικά, στην πραγματικότητα δεν είναι μόνιμες. Όπως και με κάθε δήλωση ή οδηγία, αυτό που έχει σημασία είναι το νόημα αυτών των οντοτήτων και πώς χειρίζονται στην πράξη. Επειδή τα νοήματα αλλάζουν και επανακατασκευάζονται ανάμεσα στα περιεχόμενα, μόνο η φυσική εμφάνιση των επιγραφών παραμένει σταθερή.

Για περίληψη αυτών των αποτελεσμάτων σε τοπικές εφαρμογές, βλ. Knorr Certina (1987).

Στην πραγματικότητα, από μια οπτική γωνία επηρεασμένη από τον Wittgenstein, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι αυτές οι διευκρινήσεις χρειάζονται αν είναι να λειτουργήσουν τα τεχνικά αποτελέσματα. Εδώ αναφέρομαι στον χειρισμό του Wittgenstein κανόνων και άλλων οδηγιών λαμβάνοντας το νόημά τους από μια διαρκή ροή εφαρμογής και από τις διευκρινήσεις που είναι σφηνωμένες σε αυτή την εφαρμογή (1976).

Η ακριβής εικόνα που αντιπροσωπεύει ο Gallon(1991, σελ.143) είναι πιο πολύπλοκη επειδή, για να αποφύγουμε τον ιδεαλισμό, οι ορισμοί καταγράφονται σαν «ενδιάμεσοι», το οποίο μπορεί να είναι υλικά αντικείμενα.

Λάβετε υπόψη, για παράδειγμα, τις διάφορες προσπάθειες να εξηγήσουμε την αιτία θανάτου ενός ιστορικού προσώπου, το οποίο ίσως αντανακλά νέες ενδεχόμενες αιτίες ασθενειών που «ανακαλύφθηκαν» από την επιστήμη και μετά μεταφέρθηκαν στο παρελθόν.

Μοντέλα σχηματισμού ομοφωνίας στην επιστήμη υπάρχουν σαν να έχουν υποκύψει κάπως σε πολλές μελέτες διαμάχης - έχουν υποκύψει διότι το πρώτο κύμα αυτών των μελετών επικέντρωσε την προσοχή του στο να δείξει πως η ομοφωνία στην επιστήμη δεν μπορεί να εξηγηθεί, δηλαδή βλέποντάς την απλά σαν αυτόματη συνέπεια της ικανότητας να πείσουν πειραματικές αποδείξεις ή η λογική των επιστημόνων (π.χ. Collins, 1981a).

Κάτι που διαχώριζε πολλά είδη σχηματισμού ομοφωνίας δημοσιεύθηκε στα γερμανικά (Knorr Cetina & Amann, 1992).

Σαν παράδειγμα αυτής της τάσης θεωρείστε τις κοινές συναντήσεις του 1992 των κοινωνιών BSHS, HSS και CSHS στο Τορόντο (26-28 Ιουλίου), οι οποίες απευθύνθηκαν στα τοπικά εργαστήρια για πρώτη φορά από μια ιστορική προοπτική.

Βλέπε επίσης μελέτες που άρχισαν να βλέπουν τα «εργαστήρια» σε τομείς όπως η σεξουαλική έρευνα ανάμεσα στα δύο φύλα (Hirschauer, 1992) ή η αστρονομία (Gauthier, 1991),
στους οποίους η ιδέα ενός εσωτερικού εργαστηρίου πρέπει να αντικατασταθεί από ένα κανονισμό τόπων που συμμετέχουν. Δες επίσης την καταλληλότητα της παρούσας ιδέας ενός εργαστηρίου στην ανάπτυξη κλινικής σε ιατρικούς τομείς (Lachmund, 1994).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου